“Οι Διώκτες του Εγκλήματος”: Ράιαν Γκόσλινγκ, Σον Πεν και Τζος Μπρόλιν σε μια γκανγκστερική περιπέτεια… παλιάς σχολής!

Ανώνυμα! Απροειδοποίητα! Αδίστακτα!
Η ταινία “Οι Διώκτες του Εγκλήματος” είναι μια ιστορία που μιλάει για λύτρωση, για την επανόρθωση λαθών, για την ανάκτηση αυτού που σου ανήκει και για την αφοσίωση και επιμονή που απαιτείται να έχουν αυτοί οι άνθρωποι, προκειμένου να σώσουν την πόλη που αγαπούν, το Λος Άντζελες. Προκειμένου να διαφυλάξουν την έννομη τάξη στο Λος Άντζελες, τα μέλη της ειδικής μονάδας του Αστυνομικού Τμήματος, ανέλαβαν τη μυστική αποστολή να εξαρθρώσουν το κύκλωμα μαφίας που μάστιζε την πόλη με επικεφαλής τον περιβόητο Μίκι Κόεν. Η ταινία βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα και απεικονίζει τη Χρυσή Εποχή του Χόλιγουντ του ’49 και τις ταραχές που ταλάνιζαν την περιοχή. Ο Κόεν είχε τον πλήρη έλεγχο επί της πόλης και των τοπικών αξιωματούχων. Χρειάζονταν πολλά κότσια – και χωρίς την υπόσχεση της δόξας και της υστεροφημίας – για να κλείσει το κεφάλαιο αυτό στην ιστορία της πόλης.
Από 24 Ιανουαρίου στους κινηματογράφου. Για αίθουσες & ώρες προβολών κάντε κλικ εδώ.
Ο Ρούμπεν Φλάισερ, σκηνοθέτης/παραγωγός της ταινίας με σπουδές στην ιστορία, ανυπομονούσε να «βουτήξει» σε αυτό τον επικίνδυνο κόσμο. «Ήταν πραγματικά συναρπαστική εποχή, που τη χαρακτήριζε η κομψότητα του art-deco. Η πόλη τότε, δεδομένου ότι μόλις είχε τελειώσει ο πόλεμος, βρισκόταν σε μια διαδικασία αναγέννησης και εξάπλωσης,» παρατηρεί. «Υπήρχε ένας έκδηλος περιρρέων ενθουσιασμός για τη νίκη που είχε σημειωθεί, για την επιστροφή των στρατιωτών, για την ανάκαμψη της οικονομίας. Ανέκαθεν με συνάρπαζε αυτή η εποχή, συνεπώς όταν προέκυψε η ευκαιρία, την άρπαξα χωρίς δεύτερη σκέψη.»
Ο Τζος Μπρόλιν, ο οποίος ως Αστυνόμος Τζον Ο’Μάρα είναι επικεφαλής της μονάδας, σχολιάζει «Ο χαρακτήρας που υποδύομαι έχει μόλις επιστρέψει από τον Β’ Παγκόσμιο, όπου πολέμησε προκειμένου να εξασφαλίσει ότι και η χώρα του και πολλές άλλες χώρες θα διατηρούσαν την ανεξαρτησία τους. Πρόκειται για έναν ήρωα. Όταν όμως, επιστρέφει στο Λος Άντζελες και αντιλαμβάνεται ότι ο Μίκι Κόεν έχει καταστρέψει την όποια αξιοπρέπεια και τιμή είχε η πόλη, αποφασίζει να πει το «ναι», όταν ο Αρχηγός ζητά τη βοήθειά του. Και ακριβώς επειδή η αποστολή είναι μυστική, δεν χρειάζεται να ανησυχεί για τη νομιμότητα των πράξεών του. Δεν σκέφτεται πως αν κάνει κάτι παράνομο, θα έχει κυρώσεις. Όλοι οι αστυνομικοί της μονάδας συμπεριφέρονται εξίσου χάλια με τους κακοποιούς, γιατί μόνο έτσι θα καταφέρουν να τους προσεγγίσουν και να τους πιάσουν.»
«Οι ήρωες αναγκάστηκαν να μπουν σε μια κατάσταση, γιατί πολύ απλά όλοι γύρω τους -στην καλύτερη – επιδείκνυαν ανοχή σε όσα συνέβαιναν. Ήταν δύσκολο να μείνεις από τη σωστή πλευρά του νόμου,» προσθέτει ο Ράιαν Γκόσλινγκ, που ενσαρκώνει έναν αστυνομικό που αρχικά δίσταζε να ενταχθεί στη μονάδα. «Κάποιοι από αυτούς λοιπόν, αποφάσισαν ότι δεν πρόκειται να μείνουν άπραγοι παρακολουθώντας την πόλη τους να πέφτει στα χέρια της μαφίας και να πάρουν την κατάσταση στα χέρια τους. Κάποιοι από αυτούς το έκαναν επειδή δεν άντεχαν να βλέπουν την αδικία, ενώ άλλοι – όπως ο χαρακτήρας που ενσαρκώνω εγώ – το έκαναν γιατί πήραν το θέμα πιο προσωπικά.»
«Εκείνη την εποχή, παρατηρήθηκε μια έντονη στροφή σε επίπεδο κουλτούρας και πράγματι έπρεπε να γίνει κάτι,» λέει ο Λιν. «Οι γκάνγκστερ είχαν καταλάβει τη Νέα Υόρκη και το Σικάγο και είχαν βάλει στο μάτι το Λος Άντζελες. Επρόκειτο για μια παρθένα περιοχή και το όνειρο κάθε μαφιόζου: γαλανός ουρανός, ηλιόλουστες παραλίες και όμορφα κορίτσια.»
Η Έμα Στόουν που υποδύεται μια επίδοξη ηθοποιό που έγινε καρφί, λάτρεψε την ιστορία αμέσως μόλις διάβασε το σενάριο. «Είχε μια ρομαντική και νοσταλγική αίσθηση, ενώ δεν έλειπε η δράση και η αγωνία. Από την πρώτη στιγμή ένιωσα ότι μπορούσα να μπω σε αυτή την εποχή και να ταυτιστώ με την ατμόσφαιρά της.»
Η ταινία βασίζεται στο ομώνυμο μυθιστόρημα του πρώην συντάκτη/αρχισυντάκτη των Los Angeles Times Πολ Λίμπερμαν. Πρόκειται για μια ρεαλιστική διήγηση της κατάστασης που ο ίδιος αποκαλεί «μάχη για το Λος Άντζελες» και η οποία μαινόταν από τα μέσα του ’40 μέχρι τα τέλη του ’50 ανάμεσα σε αστυνομία και Κόεν. Ο Γουίλ Μπιλ, ένας πρώην ντετέκτιβ του Ανθρωποκτονιών της Αστυνομίας του Λος Άντζελες, επιμελήθηκε το σενάριο. «Αυτό που με εντυπωσίασε στους συγκεκριμένους ανθρώπους ήταν ότι ρίσκαρα τα πάντα, και δεν το έκαναν ούτε για υστεροφημία, ούτε για δόξα, ούτε για παράσημα, ούτε για χρήματα… Το έκαναν για το μέλλον της πόλης,» λέει ο Μπιλ. «Πίστευαν στο μέλλον του Λος Άντζελες».
Ο παραγωγός Κέβιν ΜακΚόρμικ λέει, «Το βιβλίο, όπως και τα άρθρα που έγραψε ο Πολ στους L.A. Times (που αποτέλεσαν και τη βάση για την ταινία), κάλυπταν μια πολύ μεγαλύτερη χρονική περίοδο. Υπήρχε όμως, μια συγκεκριμένη συγκυρία – η ανάληψη των καθηκόντων του αρχηγού της αστυνομίας από τον Μπιλ Πάρκερ – που αποτέλεσε για εμάς τον φυσικό άξονα, γύρω από τον οποίο οικοδομήσαμε την ιστορία.»
Ο «Ουίσκι Μπιλ Πάρκερ» – όπως έμεινε γνωστός ο θρυλικός αρχηγός – ενσαρκώνεται στην ταινία από τον Νικ Νόλτε. Πρόκειται για έναν άνθρωπο που δεν επρόκειτο να ενδώσει σε κανενός είδους διαφθορά, όπως οι προκάτοχοί του. Αντίθετα, θα την αντιμετώπιζε κατά μέτωπο και για να το κάνει αυτό, έπρεπε να συλλάβει και να καθαιρέσει από τον «θρόνο» του τον Μίκι Κόεν (Σον Πεν). «Ήξερα ότι θα ήταν μια γκανγκστερική ταινία της παλιάς σχολής με συντελεστές και πρωταγωνιστές που εκτιμώ και θαυμάζω», λέει ο Πεν. «Όταν μου μίλησε ο Ρούμπεν Φλάισερ για το τι ήθελε να κάνει, είπα το ναι χωρίς δεύτερη σκέψη.»
Από 24 Ιανουαρίου στους κινηματογράφου. Για αίθουσες & ώρες προβολών κάντε κλικ εδώ.
Για να δείτε το trailer κάντε κλικ εδώ.
ΓΙΑ ΑΚΟΜΗ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΣΙΝΕΜΑ & ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΝΕΕΣ ΤΑΙΝΙΕΣ ΚΑΝΤΕ ΚΛΙΚ ΕΔΩ






0 ΣΧΟΛΙΑ