ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΟ!!! Διαβάστε αποσπάσματα από το βιβλίο-φωτιά του Ανδρέα Μπάρκουλη!!! Ποιος είναι ο μεγάλος έρωτας της ζωής του;;;

«Το 1998, Ιούλιο, γνώρισα τη Μαρία. Το 1998, 10 Οκτωβρίου γίναμε ζευγάρι. Εγώ και η Μαρία»
ΑΝΔΡΕΑΣ: Δύο άνθρωποι ξαπλωμένοι πλάι πλάι κάνουν σκέψεις. Αντί με όλες τις γλώσσες του κόσμου, μιλούν με το βλέμμα. Είμαι σκληρός κάποιες φορές, κυνικός, μα η αγάπη λένε πως είναι όλα αυτά που δεν τολμήσαμε να κοιτάξουμε αλλά μας κρατούσαν νεότερους τις νύχτες. Ό,τι μπορεί να σε κάνει καλύτερο είναι να αφουγκράζεσαι τις πληγές και να τις χαϊδεύεις. Ακόμα και αυτές που προκάλεσες. Αμαρτίες που έκανα και άλλες που δεν πρόλαβα. Πάγος και πέτρα. Μα κράτησα μια γεύση. Έστεκε, έπειτα έπεφτε από τα χείλη μου και έσπαγε ορφανή, τρομαγμένη και μόνη. Μην τύχει και ζωντανέψει Και ξανανάψει κοντά μας. Πόσο σε θέλησα, δεν ήξερα άλλωστε ποτέ τρόπο να στο περιγράψω, αν τα κατάφερνα θα σπάραζες μπροστά σε μια τέτοια σκηνή. Κι εγώ θα το ονόμαζα «ρόλο ζωής», σμιλεύοντας λίγο λίγο τον εαυτό μου σε αυτό που θα γινόμουν πια εκουσίως δίπλα σου. Άνθρωπος. Όλη η αποψινή μου ψυχανάλυση συνωστίζεται σε δύο λέξεις: «Γεννημένος έτσι». Σε έναν πόλεμο παράλογο, με τόκους χωρίς χρέος. Αυτουργός της κατασκευής που γονατίζει και στοχεύει το μέτωπό του στο κέντρο για πλάκα. Πώς είναι να υποδύεσαι συνεχώς τον εαυτό σου, ενώ λατρεύεις τη μίμηση και ενώ έχεις παράσταση δέκα φορές την ημέρα την ανάσα σου και το βάδισμά σου;
Η τότε αβλαβή τρέλα μου συνέχιζε να κάνει καριέρα. Σαν οντισιόν με θεαματικές πράξεις. Θυμός και φωνή και έρωτας και σπρωξίματα και μετά η πιο όμορφη ησυχία που υπήρξε ποτέ. Κρατώ στα χέρια την ιστορία μου. Δοξασμένη, θλιμμένη, γελαστή, σκόρπια… Και αν το παρελθόν μου ήταν εδώ τώρα, χειροπιαστό, θα έτρεχα μαζί σου, κρατώντας σε, να του ξεφύγω. Κοίτα με σου λέω, μην κατεβάζεις τα μάτια. Υπήρχαν στιγμές που το μυαλό μου ολόκληρο γινόταν ένα θολό θηρίο, λύγιζε όλες τις χαρές και με επέστρεφε σε αυτό που ποτέ δεν ανήκα. Ειλικρινά Μαρία μπορώ να σε αγαπώ μέχρι να σε σκοτώσω. Ακόμη και τη στιγμή που ανοίγεις το φώς, να σου ποδοπατήσω ό,τι ελπίζεις, ό,τι αναζήτησες, ό,τι μέσα σου για ένα λεπτό μονάχα επαναστάτησε μέχρι να γίνει για πάντα νύχτα. Γιατί, αύριο το πρωί -αν δεν σε σκοτώσω- θα τα κάνουμε όλα σιωπηλά… Γιατί, αύριο θα μπορώ να σε χτυπάω όπου θέλω. Με όλους τους κανόνες μου λεκιασμένους. Αυτός που τυλιγμένος στην αγκαλιά σου τώρα, δεν μπορούσε τελικά να βλάψει ούτε μύγα. Δεν θέλω μονάχα να αντέχεις Μαρία. Να μείνεις θέλω…
«Να ξυπνήσεις και να είσαι αλλιώς»
ΜΑΡΙΑ: Είμαι πολύ νεότερη, μα μερικές μέρες, αφώτιστες, νιώθω χιλίων χρονών. Τα πόδια μου δεν συγκρατούν ούτε ένα μου βήμα, κυνηγώ συνεχώς όσα εσύ απέφυγες, μια ησυχία που θα απλώνεται από εδώ ως το αντίκρυ μας σύμπαν. Πες πως με χρειάζεσαι και ίσως ξαναμάθω να τρέχω. Φοβάμαι. Μήπως γίνεσαι λίγος, μήπως ο καιρός μας σώνεται, αν μοιάζει περιττό το χαμόγελό μου στον εφιάλτη της αποτοξίνωσης σου, αν η κιμωλία που κρατώ για να σβήνω τα λάθη σου μικραίνει τα δάχτυλά μου, αν τα φρενοκομεία, οι φυλακές, τα μαχαιρώματα, συλλάβουν για φονικό την ελπίδα μου. Χρησιμοποιημένη. Ευτυχής και μόνη. Τα λεφτά έλεγες είναι άχρηστα και η γη. Μου λείπουν και τα δύο. Και ένα κομμάτι ίσκιου που θα έγραφε το όνομά μου δίπλα στο δικό σου, να, σαν τώρα που γέρνεις στο μαξιλάρι μου και παίζεις στη σκηνή που επέλεξε ο μικρόκοσμός μας να βαφτίσει ένωση.
Έπειτα θα ξυπνάς μεθυσμένος και θα θέλω να σου βγάλω τα δόντια που κρατούν βρισιές για εμένα ή τα χείλη θα θέλω να σου ματώσω που φίλησαν σάρκες εκτός από τη δική μου. Να σου ξεριζώσω κάθε μανία από το μυαλό ως τον λαιμό που στέκει ειρωνικός στο φόβο μου, που αποκτά μορφή και απλώνεται στο δωμάτιο ως το ταβάνι, ενώ εκεί ζωγραφίζονται και τα χρόνια που μου ‘κλεψες. Μαραίνομαι.
Και η αγάπη μου μα και ο πόλεμός μας συνεχίζονται. Θα ξυπνάω πάντοτε ουρλιάζοντας. Και θα συναντώ τη γαμημένη σιωπή σου. Ρεζίλεμα, μοναξιά, κι ανάποδα. Μετά γυμνή σε δέχομαι μέσα μου. Νοτισμένες επιθυμίες, κρεβάτι που κραυγάζει την ηδονή μας και της παραλυσίας ο φόβος μη μου χαθείς. Θέλω μια μέρα, ρε γαμώτο, να ξυπνήσεις και να ‘σαι αλλιώς. Να βαδίσω δίπλα σου και να μην τρέμω για τις στροφές της απελπισίας, να φαίνεται το χώμα κόκκινο, να σε κρατώ με την καρδιά μου ανοιχτή και να ‘χει γέλια μονάχα και τραγούδια η εξώπορτα.
Να κατηφορίσω με ένα βήμα ως τον Πειραιά σου ή την Πάρο μας. Θέλω να ακούσω τα νέα σου στο ραδιόφωνο και να μοιάζει ανάσταση, να σφίγγουμε τα μάτια σε κάτι που θα στήνει ο Θεός αυτί για να ακούσει. Θέλω ο κόπος μου να ψιθυρίσει: Επιτέλους. Αφού χλομή στη νιότη μου σε διάλεξα. Να γινόμουν το αίμα σου, να καθόμουν στο τσιμέντο στη μέση της διαδρομής μας, να μείωνα την αρρώστια και να κυλούσα μέσα σου. Να φρόντιζα δηλαδή την ανατροπή, του να μπορείς ακόμη και μετά τη στιγμή που με χτύπησες να με κοιτάξεις.
Να έλεγαν όλοι… «Πώς τα κατάφεραν, ρε;»
Μαρία, σε κούρασα…
Αντρέα πεινάω…
Χορεύουμε;
Διαβάστε όλο το ρεπορτάζ στην εφημερίδα News που κυκλοφορεί!
0 ΣΧΟΛΙΑ