«Οι» και όχι «ι»: Ο Μπαμπινιώτης το φωνάζει συνέχεια, η βρισιά που όλοι οι Έλληνες γράφουν λάθος

Αναμφισβήτητα, η ελληνική γλώσσα είναι μία από τις πιο δύσκολες παγκοσμίως και αυτό δεν είναι τυχαίο πως τα είναι πάρα πολύ δύσκολα να τη μάθει κανείς, αν δεν έχει γεννηθεί ή δεν έχει μεγαλώσει, έστω, στη χώρα μας.
Κι αν με τον προφορικό λόγο το πράγμα ίσως- λέμε ίσως- μετά από κάποια χρόνια και την συνεχή τριβή βελτιώνεται, δεν ισχύει το ίδιο και με τον γραπτό. Εκεί πρέπει να παραδεχτούμε ότι γίνεται της γραμματικής μουρλής το πανηγύρι, μια και δεν είναι λίγες οι φορές που οι βασικοί κανόνες πηγαίνουν περίπατο μπερδεύοντας τους πάντες.
Η ελληνική βρισιά που τη λέμε καθημερινά και δεν την γράφουμε ποτέ σωστά
Επίσης, έχουμε αναρωτηθεί ποτέ την κυριολεκτική σημασία της λέξης και κατ’ επέκταση πώς γράφεται; Για τους περισσότερους βέβαια ο ορθός τρόπος γραφής δεν είναι άλλος από αυτόν με – ι – (καθίκι). Ισχύει; Για να δούμε…
Τι ήταν το καθί(οι/η)κι λοιπόν; Ήταν το «δοχείο νυκτός», αναγκαίο σκεύος υγιεινής, που τοποθετούταν ευλαβικά κάτω από το κρεβάτι συνήθως και προοριζόταν για τις βραδινές ανάγκες του ατόμου. Βέβαια, μεταφορικά δηλώνει ένα άτομο ανυπόληπτο, κακόβουλο, δόλιο, χωρίς αρχές.
Δείτε επίσης ποιο είναι το αδιανόητο ορθογραφικό λάθος που ΟΛΟΙ κάνουμε.
Σύμφωνα με το Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής, η σωστή γραφή είναι «καθοίκι», καθώς προέρχεται από τη φράση «κατ’ οίκον» (= στο σπίτι, δοχείο του σπιτιού). Σύμφωνα με αυτή την εκδοχή, η γραφή «καθίκι» δεν έχει ετυμολογική στήριξη και ίσως προέκυψε από συσχέτιση με το ρήμα «καθίζω».
Τη λέξη τη συναντάμε και με άλλη χρήση, για τα περίεργα μερικές φορές καπέλα και γενικότερα τα υπερβολικά αξεσουάρ που κοσμούσαν κάποτε το κεφάλι, κάνοντας αρκετά συχνά τον φέροντα να παρουσιάζει ένα αρκετά γελοίο θέαμα.
Η γραφή «καθήκι», προέρχεται πιθανώς από το αρχαίο «κάθημαι», αλλά μάλλον δεν δικαιολογείται.
Ο Μπαμπινιώτης υποστηρίζει τη γραφή με – οι – [(καθοίκι): μεσν. <καθ– (<κατα-) + –οίκι<οίκος]. Η δάσυνση καθ– (αντί κατ-) ίσως οφείλεται σε παρετυμολογική επίδραση του ρήματος «καθίζω».
Και το ίδρυμα Τριανταφυλλίδη δέχεται τη γραφή «καθοίκι»: μσν. καθοίκι< φρ. κατ΄οίκ(ον).
Πηγαίνοντας παλιότερα, ο Βυζάντιος δεχόταν τη γραφή «καθίκι», ενώ «καθήκι» ο Κοραής. Για τη γραφή με -η-, μάλιστα ο Κοραής υποστήριζε: «Από του αχρήστου καθέωτον άχρηστον παρακείμενον καθήκα παράγεται το καθήκιον».
0 ΣΧΟΛΙΑ