Σάκχαρο: Γιατί είναι απαραίτητη η μέτρησή του; Οι εξετάσεις, η διατροφή και η άσκηση

Περισσότεροι από ένας στους τρεις ενήλικες στις Ηνωµένες Πολιτείες έχουν προδιαβήτη, δηλαδή επίπεδα σακχάρου στο αίµα υψηλότερα από το φυσιολογικό, που µπορούν να εξελιχθούν σε διαβήτη.
Περισσότεροι από ένας στους δέκα έχουν διαβήτη, που χαρακτηρίζεται από ακόµη υψηλότερα επίπεδα σακχάρου στο αίµα, τα οποία µπορούν να οδηγήσουν σε σοβαρά προβλήµατα υγείας, όπως οφθαλµολογικές διαταραχές, καρδιακές παθήσεις, εγκεφαλικά, βλάβες στο νευρικό σύστηµα και άλλα σοβαρά προβλήµατα υγείας.
Όσα πρέπεις να γνωρίζεις για το σάκχαρο
Οι επιπλοκές µπορούν να αποφευχθούν µε την καλή ρύθµιση του σακχάρου στο αίµα. Οι συνήθειες διατροφής, η ώρα των γευµάτων, η φυσική άσκηση και τα επίπεδα στρες επηρεάζουν το πόσο ψηλά (ή χαµηλά) φτάνουν τα επίπεδα σακχάρου στο αίµα. «Η πρόληψη είναι το κλειδί», σηµειώνει η δρ Ελίζαµπεθ Χάλπριν, επικεφαλής του τµήµατος διαβήτη ενηλίκων στο Joslin Diabetes Center στη Βοστώνη.
Το σώµα µας διασπά τους υδατάνθρακες που καταναλώνουµε και τους µετατρέπει σε γλυκόζη, η οποία στη συνέχεια απορροφάται στην κυκλοφορία του αίµατος. Είναι η κύρια πηγή ενέργειας του σώµατος. Το πάγκρεας αντιλαµβάνεται πόση γλυκόζη ή σάκχαρο υπάρχει στο αίµα και παράγει αντίστοιχη ποσότητα της ορµόνης ινσουλίνη. Η ινσουλίνη δρα σαν «κλειδί» για να επιτρέψει στη γλυκόζη να εισέλθει στα κύτταρα, τα οποία τη χρησιµοποιούν για καύσιµο. Η υπερβολική γλυκόζη µπορεί να προκαλέσει βλάβες.
Οταν το σάκχαρο στο αίµα είναι σταθερά υψηλό, κάποιοι άνθρωποι αναπτύσσουν αντίσταση στην ινσουλίνη: το σώµα σταµατάει να ανταποκρίνεται επαρκώς στην ινσουλίνη, µε αποτέλεσµα τα κύτταρα να µην προσλαµβάνουν αρκετή γλυκόζη από το αίµα. Το πάγκρεας παράγει περισσότερη ινσουλίνη, αλλά τελικά δεν µπορεί να αντεπεξέλθει, µε αποτέλεσµα υψηλά επίπεδα γλυκόζης στο αίµα και, τελικά, προδιαβήτη ή διαβήτη. Η περίσσια γλυκόζης µπορεί µε τον καιρό να βλάψει τα αιµοφόρα αγγεία, οδηγώντας σε µακροπρόθεσµες επιπλοκές του διαβήτη.
Οι µετρήσεις
Η γλυκοζυλιωµένη αιµοσφαιρίνη (A1C) µετράει το ποσοστό των ερυθρών αιµοσφαιρίων που έχουν συνδεθεί µε γλυκόζη. Αυτή η εξέταση επιτρέπει στους γιατρούς να εκτιµήσουν τον µέσο όρο σακχάρου στο αίµα για τους τελευταίους τρεις µήνες. Μια εξέταση γλυκόζης αίµατος µετράει άµεσα πόσο σάκχαρο υπάρχει στο αίµα σας σε µια συγκεκριµένη χρονική στιγµή. Οι µετρήσεις γίνονται συνήθως µε εξετάσεις αίµατος από τη φλέβα ή µε µια σταγόνα αίµατος από το δάχτυλο. Εάν τα επίπεδα γλυκόζης νηστείας και A1C είναι και τα δύο πάνω από ορισµένα όρια –ή αν ένα από αυτά υπερβαίνει το όριο σε δύο διαδοχικές εξετάσεις– µπορεί να γίνει διάγνωση διαβήτη.
Στους ασθενείς µε διαβήτη οι γιατροί στοχεύουν τα επίπεδα A1C να παραµένουν κάτω από 7% για να µειωθεί ο κίνδυνος επιπλοκών, αποφεύγοντας ταυτόχρονα την υπογλυκαιµία, η οποία µπορεί να προκαλέσει συµπτώµατα όπως ζάλη, τρέµουλο ή ακανόνιστο καρδιακό παλµό και, σε σοβαρές περιπτώσεις, µπορεί να επηρεάσει τη λειτουργία του εγκεφάλου.
Οπως λένε οι γιατροί, οι φορητοί αισθητήρες, όπως τα συστήµατα συνεχούς παρακολούθησης της γλυκόζης, µπορούν να είναι χρήσιµα για ασθενείς που διατρέχουν κίνδυνο υπογλυκαιµίας, καθώς καταγράφουν το σάκχαρο.
Στις ΗΠΑ, περισσότεροι από ένας στους δέκα έχουν διαβήτη, που µπορεί να οδηγήσει σε σοβαρά προβλήµατα υγείας στο αίµα σε πραγµατικό χρόνο.
Η Αµερικανική ∆ιαβητολογική Εταιρεία συνιστά στους γιατρούς να συνταγογραφούν εξετάσεις σακχάρου σε κάθε ενήλικα που είναι υπέρβαρος ή παχύσαρκος και έχει οποιονδήποτε πρόσθετο παράγοντα κινδύνου για διαβήτη. Σε αυτούς περιλαµβάνονται η ύπαρξη συγγενή πρώτου βαθµού µε διαβήτη ή καρδιακή νόσο, υπέρταση ή σύνδροµο πολυκυστικών ωοθηκών. Εάν τα αποτελέσµατα δείξουν ότι είστε προδιαβητικός, προτείνεται ετήσιος έλεγχος. Εάν οι τιµές είναι φυσιολογικές, ο έλεγχος πρέπει να γίνεται κάθε τρία χρόνια. Ατοµα χωρίς παράγοντες κινδύνου µπορούν να αρχίσουν τις εξετάσεις στην ηλικία των 35 ετών.
Το φαγητό
Οι τροφές πλούσιες σε άµυλο ή υδατάνθρακες –όπως τα ζυµαρικά, το ρύζι, το ψωµί και οι πατάτες–,
καθώς και οι ζαχαρούχες, όπως τα µπισκότα και τα αναψυκτικά, αυξάνουν τα επίπεδα σακχάρου στο αίµα. «Στα άτοµα µε διαβήτη η σχέση µεταξύ ινσουλίνης και γλυκόζης είναι διαταραγµένη», λέει η Χάλπριν. Οι αιχµές του σακχάρου προκαλούν το πάγκρεας να απελευθερώσει αυξηµένη ινσουλίνη. Αυτό µπορεί να οδηγήσει σε πτώση του σακχάρου στο αίµα, δηµιουργώντας λιγούρες και αίσθηµα αδιαθεσίας.
Η κατανάλωση πρωτεϊνών και λιπών µαζί µε υδατάνθρακες µπορεί να επιβραδύνει την απορρόφησή τους, διατηρώντας το σάκχαρο πιο σταθερό. «Η άνοδος δεν είναι τόσο υψηλή και η πτώση δεν είναι τόσο γρήγορη», λέει η Χάλπριν. Η παράλειψη ή η καθυστέρηση γευµάτων, καθώς και η υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ ή η κατανάλωσή του µε άδειο στοµάχι, µπορεί να οδηγήσουν σε χαµηλά επίπεδα σακχάρου στο αίµα, ιδιαίτερα σε άτοµα µε διαβήτη.
Οι συστάσεις
Η άσκηση συµβάλλει στη µείωση του σακχάρου στο αίµα, καθώς χρησιµοποιεί τη γλυκόζη ως πηγή ενέργειας, ενισχύει την ανάπτυξη µυϊκής µάζας που απορροφά εύκολα τη γλυκόζη και µειώνει το σωµατικό λίπος, το οποίο αυξάνει την αντίσταση των κυττάρων στην ινσουλίνη.
Το άγχος αυξάνει µια ορµόνη που ονοµάζεται κορτιζόλη, η οποία δίνει σήµα στο συκώτι να απελευθερώσει περισσότερη γλυκόζη στο αίµα, λέει η Σούζαν Σπρατ, καθηγήτρια ιατρικής στο τµήµα ενδοκρινολογίας, µεταβολισµού και διατροφής στο Πανεπιστήµιο Ντιουκ. Η έλλειψη ύπνου µπορεί επίσης να αυξήσει τα επίπεδα κορτιζόλης, σηµειώνει. Ο ανεπαρκής ύπνος µπορεί έµµεσα να επηρεάσει τα επίπεδα γλυκόζης στο αίµα, δυσκολεύοντας τη σωστή διατροφή, την απώλεια βάρους, την άσκηση και τη διαχείριση του άγχους, αναφέρει η Χάλπριν.
Οι γιατροί συνιστούν στους ασθενείς µε διαβήτη ή προδιαβήτη να γεµίζουν το πιάτο τους κατά το ήµισυ µε πράσινα φυλλώδη λαχανικά, κατά το ένα τέταρτο µε άπαχη πρωτεΐνη, όπως ψάρι ή φακές και κατά το υπόλοιπο ένα τέταρτο µε τροφές πλούσιες σε άµυλο. Αυτή η ισορροπία είναι χρήσιµη και για τους ανθρώπους χωρίς διαβήτη.
Η άσκηση –ακόµη και ένα απλό δεκάλεπτο περπάτηµα µετά το γεύµα– µπορεί να συµβάλει στη µείωση του σακχάρου στο αίµα. Μπορεί επίσης να βοηθήσει στην απώλεια βάρους, η οποία, σύµφωνα µε τους ειδικούς, αποτελεί βασικό στοιχείο στη διαχείριση του διαβήτη, καθώς µειώνει την αντίσταση στην ινσουλίνη.
Οταν οι αλλαγές στον τρόπο ζωής δεν επαρκούν, οι γιατροί µπορεί να προτείνουν φαρµακευτική αγωγή. Η µετφορµίνη, ένα οικονοµικό και ευρέως διαδεδοµένο φάρµακο, βοηθάει στη µείωση της παραγωγής γλυκόζης από το συκώτι. Οι σουλφονυλουρίες είναι µια παλαιότερη, επίσης οικονοµική κατηγορία φαρµάκων, που διεγείρει το πάγκρεας να εκκρίνει περισσότερη ινσουλίνη, αλλά ενδέχεται να προκαλέσει υπερβολική πτώση του σακχάρου και αύξηση του βάρους.
Νεότερα φάρµακα για τον διαβήτη, όπως το Ozempic και το Jardiance, είναι πιο ακριβά, αλλά µπορούν να βοηθήσουν στην απώλεια βάρους και τη µείωση του σακχάρου στο αίµα. Η ινσουλίνη, η οποία µπορεί επίσης να είναι ακριβή και πρέπει να χορηγείται µε ένεση, συχνά αποδεικνύεται αποτελεσµατική όταν οι υπόλοιπες θεραπείες δεν αρκούν, όπως επισηµαίνουν οι ειδικοί. «Εάν έχετε πρόβληµα γλυκόζης και δεν µπορείτε να το ελέγξετε µε τη διατροφή, την άσκηση, τον καλύτερο ύπνο και τη διαχείριση του άγχους, µη λέτε όχι στα φάρµακα», λέει η Σπρατ.






0 ΣΧΟΛΙΑ