Ανέλπιστη απώλεια για τον Σκλαβενίτη: Ο κορυφαίος επιχειρηματίας που «νίκησε» την αλυσίδα

Ο Σκλαβενίτης έχει καταφέρει τα τελευταία χρόνια να παίρνει ό,τι βλέπει η ματιά του και το ποθεί, με την εταιρεία ωστόσο να βρίσκεται προ εκπλήξεως τις τελευταίες μέρες με μια εξέλιξη, που ίσως δεν περίμενε, μετά από μια σημαντική κίνηση που έκανε.
Κι αυτό, επειδή ο Ανδρέας Βρεττός, Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της Ravenna Α.Ε. επικράτησε στο «μπρα ντε φερ» για το οικόπεδο-φιλέτο των 20 στρεμμάτων στη Λεωφόρο Κηφισού, όπως αποκαλύπτει το newmoney.gr.
Πρόκειται για ένα οικόπεδο 20 στρεμμάτων με κτιριακό συγκρότημα 10.000 τ.μ., όπου στεγάζονταν οι εγκαταστάσεις της εταιρείας Ν. & Μ. Πετζετάκης (Στρώματα, αφρολέξ κλπ) στην Λ. Κηφισού 103. Όταν πρόσφατα το ακίνητο βγήκε σε δημοπρασία, σύμφωνα με πληροφορίες, η Σκλαβενίτης κατέθεσε προσφορά 9,1 εκατ. ευρώ, αλλά ο Ανδρέας Βρεττός πλειοδότησε προσφέροντας 11,51 εκατ. ευρώ. Αφού κέρδισε αυτή τη μάχη απέναντι σε έναν σαφώς ισχυρότερο αντίπαλο, σκοπεύει, όπως αναφέρουν πηγές της αγοράς, να αξιοποιήσει το μεγάλο ακίνητο για τη δημιουργία εμπορικού πάρκου σχετικού με τα είδη σπιτιού. Υπάρχουν μάλιστα και επαφές με τη δημοτική αρχή της περιοχής.
Η δημιουργία και η εξάπλωση της Ravenna
Η εταιρεία Ravenna Α.Ε. συστάθηκε το 2002 και ξεκίνησε τη δραστηριότητα της στην Ελλάδα τον Φεβρουάριο του 2003 με τις κεντρικές εγκαταστάσεις στο Σχηματάρι. Ωστόσο, οι ιδρυτές της διαθέτουν εμπειρία στον χώρο των ειδών υγιεινής και πλακιδίων από το 1982.
Το 2012 έγινε το επόμενο βήμα με τη δημιουργία τμήματος που ασχολείται αποκλειστικά με τη χονδρική πώληση, ενώ από το 2016 η επιχείρηση μπήκε και στις ηλεκτρονικές πωλήσεις μέσω του e-shop ravenna.gr.
Έναν χρόνο μετά, το 2017, εγκαινιάστηκε το κατάστημα Θεσσαλονίκης, ένας σύγχρονος χώρος 5.000 τ.μ. όπου εκτός από πλακάκια και είδη υγιεινής, διατίθενται έπιπλα και φωτιστικά. Το 2019 θα μπορούσε να χαρακτηριστεί έτος- «σταθμός» καθώς τον Δεκέμβριο άνοιξε τις πόρτες του το κατάστημα των 6.500 τ.μ. του Κηφισού, μια από τις μεγαλύτερες επενδύσεις διαχρονικά στον κλάδο των ειδών υγιεινής και πλακιδίων.
Η εταιρεία έχει αποδειχθεί ιδιαίτερα «ανθεκτική» κατά τη διάρκεια των διαδοχικών κρίσεων, καθώς όχι μόνο διατήρησε αλλά αύξησε σημαντικά τις οικονομικές επιδόσεις της. Έτσι, το ιδιαίτερα δύσκολο, λόγω της πανδημίας, 2020 πέτυχε μεγάλη αύξηση των πωλήσεων από τα 15,855 εκατ. ευρώ στα 21,6 εκ. ευρώ τζίρο. Το 2021 σημείωσε περαιτέρω βελτίωση των επιδόσεών της με τον τζίρο να διαμορφώνεται στα 25,3 εκατ. ευρώ και τα καθαρά (μετά φόρων) κέρδη σε 1,822 εκατ. ευρώ.
Όπως αναφέρεται στις οικονομικές καταστάσεις, «η οικονομική θέση της εταιρείας θεωρείται ικανοποιητική, καθώς ενισχύει διαρκώς την ανταγωνιστική της θέση, διαθέτει ρευστότητα – με σχεδόν μηδενικές επισφαλείς απαιτήσεις – και αυξάνει σημαντικά την πελατειακή της βάση κυρίως μέσω της συνεχούς προώθησης και ανανέωσης της γκάμας εμπορευμάτων, της επιτυχημένης πορείας στο χώρο της χονδρικής, της λειτουργίας ενός πρωτοποριακού – καινοτόμου δικτύου ηλεκτρονικής πωλήσεως (e-shop), που φέρνει την Ravenna στο σπίτι κάθε πελάτη σε οποιοδήποτε σημείο βρίσκεται και τέλος μέσω των υποκαταστημάτων της Ravenna τόσο στην πόλη της Θεσσαλονίκης όσο και στην πόλη της Αθήνας με προσθήκη επίπλων – φωτιστικών. Η διατήρηση των αποθεμάτων σε υψηλά επίπεδα και το συγκριτικό μας πλεονέκτημα της 100% δικής μας εισαγωγής προϊόντων, προσδίδει τη μόνιμη δυνατότητα ανταγωνιστικότερων τιμών, άλλα και καλύτερων περιθωρίων κέρδους σε σχέση με τον ανταγωνισμό».
Μέρος της επιτυχίας ασφαλώς πιστώνεται στον επικεφαλής της Α. Βρεττό που «ζει» την εταιρεία από την ίδρυσή της έχοντας χαράξει και τη στρατηγική της, η οποία βασίζεται στο τρίπτυχο «μεγάλη γκάμα, ετοιμοπαράδοτα προϊόντα, χαμηλές τιμές».
Όσον αφορά τις επόμενες επενδύσεις, εκτός από αυτή που θα δρομολογηθεί για το νέο ακίνητο επί της Λ. Κηφισού, είναι στα σκαριά η δημιουργία ενός σύγχρονου κέντρου διανομής 18.000 τ.μ. σε ιδιόκτητο οικόπεδο 50.000 τ.μ., αλλά και η κατασκευή ενός νέου σημείου πώλησης 7.500 τ.μ. σε ιδιόκτητο οικόπεδο 9 στρεμμάτων.
Ξεπερνά τα 4 δισ. ευρώ: Η στρατηγική… ματ και το κόλπο που «εκτόξευσε» τα έσοδα και την περιουσία της οικογένειας Σκλαβενίτη
Ο Σκλαβενίτης έχει καταφέρει εδώ και αρκετά χρόνια να καταστεί ως η κορυφαία αλυσίδα σούπερ μάρκετ στην Ελλάδα, με την οικογένεια να μη βάζει… φρένο πουθενά και να καταφέρνει να «εκτοξεύσει» κάθε είδους κέρδη.
Λίγο πριν εκπνεύσει το 2022, η αλυσίδα Σκλαβενίτης, που ετοιμάζει μεγάλες κινήσεις και για το 2023, ήρθε σε συμφωνία με την πολυμελή οικογένεια Γέγου, για τη μακροχρόνια ενοικίαση 4 καταστημάτων ιδιοκτησίας της φερώνυμης αλυσίδας, σε Μαρκόπουλο, Πόρτο Ράφτη και Λούτσα. Η αλυσίδα Γέγος διαθέτει δύο ακόμη καταστήματα -δεν είναι ιδιόκτητα- για τα οποία βρίσκεται σε διαπραγματεύσεις με άλλον λιανέμπορο.
Για τον Σκλαβενίτη, πρόκειται για τη δεύτερη εξαγορά δικτύου που πραγματοποιεί εντός του 2022. Είχε προηγηθεί η απόκτηση 9 καταστημάτων της Ηπειρώτικης αλυσίδας ΣΕΠ Παπαδόπουλος στα Ιωάννινα.
Το προφανές αυτών των κινήσεων είναι ότι ο Σκλαβενίτης, που «τζιράρει» ετησίως σε επίπεδο ομίλου πάνω από 3,98 δισ. ευρώ, μεγαλώνει το δίκτυο του, την απόστασή του από τον ανταγωνισμό και τη διαπραγματευτική του δύναμη έναντι των προμηθευτών του. Πλέον το δίκτυο του ομίλου, στο οποίο απασχολούνται περισσότεροι από 33.000 εργαζόμενους, αριθμεί πάνω από 500 καταστήματα.
Λειτουργεί… με τρόπο, όχι με κόπο
Αυτό όμως που έχει περάσει στα «ψιλά» και μας το επισημαίνει στην νέα του ανάλυση το euro2day.gr, είναι ότι η οικογένεια Σκλαβενίτη, ενισχύει το αποτύπωμά της στην αγορά και με το άλλο της «καπέλο». Αυτό του βιομηχάνου. Το πιο γνωστό brand, συμφερόντων της οικογένειας, είναι η Ελληνική Χαρτοβιομηχανία Γλάρος.
Η εταιρεία -η έδρα της βρίσκεται στα Οινόφυτα Βοιωτίας- ιδρύθηκε το 2003 και ο βασικός σκοπός της είναι η βιομηχανική επεξεργασία κάθε είδους χαρτιού ή πλαστικού για την παραγωγή από τις ύλες αυτές προϊόντων προοριζόμενων για ατομική υγιεινή και καθαριότητα και για οικιακή, επαγγελματική και γενική χρήση (ενδεικτικά αναφέρονται τα χαρτιά υγείας, τα χαρτομάντηλα και τα ρολά κουζίνας κλπ).
Στη χρήση του 2021 -τελευταίος δημοσιευμένος ισολογισμός- ο τζίρος της σε επίπεδο εταιρείας διαμορφώθηκε στα 43,221 εκατ. ευρώ από 44,293 εκατ. ευρώ το 2020 και τα καθαρά της κέρδη στα 7,987 εκατ. ευρώ έναντι 8,941 εκατ. ευρώ.
Για να αντιληφθούμε το αποτύπωμα της Χαρτοβιομηχανίας Γλάρος σε αυτό το κομμάτι της αγοράς, δηλαδή στα προϊόντα ατομικής υγιεινής και καθαριότητας, θα πρέπει να αναφέρουμε ότι ένας εκ των βασικών της ανταγωνιστών η Intertrade Hellas, συμφερόντων της οικογένειας Ντεληδήμου -προ ετών απέκτησε και το σήμα Softex- πούλησε πέρυσι προϊόντα αξίας 78,146 εκατ. ευρώ από 84,440 εκατ. ευρώ το 2020 και τα καθαρά της κέρδη ανήλθαν τα 1,427 εκατ. ευρώ από 1,305 εκατ. ευρώ το 2020. Με την εταιρεία Endless EC – Ευρωχαρτική ΑΕΒ, συμφερόντων των οικογενειών Τρακάκη και Χριστόπουλου, να έχει πουλήσει το 2021 προϊόντα αξίας 58,528 εκατ. ευρώ (57,089 εκατ. ευρώ το 2020) και να έχει εμφανίσει κέρδη 1,631 εκατ. ευρώ έναντι 1,06 εκατ. ευρώ. Η βιομηχανία από τον Ασπρόπυργο εκτός από την επεξεργασία χάρτου για την παραγωγή τελικών προϊόντων (χαρτοπετσέτες πολυτελείας, ρολά υγείας, τραπεζομάντιλα, χαρτί υγείας συσκευών, χαρτοπετσέτες συσκευών, ζικ-ζακ και ιατρικοί ρολοί) παράγει και υγρά απορρυπαντικά (πιάτων, μαλακτικά ρούχων, υγρά χλώρια, απορρυπαντικά τζαμιών και επιφανειών, απορρυπαντικά πλυντηρίου πιάτων, υγρά απορρυπαντικά δαπέδου).
Εκτός από τα προϊόντα χάρτου, η σημαντικότερη θυγατρική εταιρεία του ομίλου Γλάρος, είναι η Baker Master Βιομηχανία Προϊόντων Ζύμης ΑΒΕΕ, που ιδρύθηκε το 2000 και δραστηριοποιείται στον κλάδο της αρτοζαχαροπλαστικής με εξειδίκευση στον τομέα παραγωγής κατεψυγμένων προϊόντων ζύμης. Πέρυσι ο τζίρος της ανήλθε στα 17,103 εκατ. ευρώ (15,714 εκατ. ευρώ) το 2020 και τα καθαρά κέρδη σε 325.884 ευρώ (245.306 το 2020).
Είναι όμως ισχυρός ανταγωνιστής ανάμεσα στις εταιρείες του κλάδου, όπως αναφέρει στις οικονομικές καταστάσεις της η εταιρεία, το 90% του μετοχικού κεφαλαίου της οποίας ελέγχεται από την Γλάρος; Ας πάρουμε για παράδειγμα την Alfa Pastry. Πέρυσι η εταιρεία πούλησε προϊόντα αξίας 44,082 εκατ. ευρώ από 36,538 εκατ. ευρώ το 2021 και τα καθαρά της κέρδη ξεπέρασαν τα 4,290 εκατ. ευρώ έναντι 2,561 εκατ. ευρώ.
Στην εταιρεία Μπαρμπά Στάθης, η «απομόνωση» των πωλήσεων προϊόντων ζύμης είναι περίπλοκη, διότι τα αποτελέσματα του ομίλου για τη χρήση 2021 περιλαμβάνουν, τα αποτελέσματα της Μπάρμπα Στάθης Μονοπρόσωπη ΑΒΕΕ και των συνδεδεμένων της εταιρειών (ΑΛΕΣΙΣ ΑΒΕΕ, UNCLE STATIS EOOD και Μ. Αραμπατζής ΑΒΕΕ). Επίσης εκτός των προϊόντων ζύμης ο όμιλος έχει παρουσία στα κατεψυγμένα λαχανικά και στις φρέσκες σαλάτες. Σε επίπεδο ομίλου, οι πωλήσεις το 2021, παρουσίασαν αύξηση +5,8%, ανερχόμενες σε 171,3 εκατ. ευρώ. Οι πωλήσεις στα Κατεψυγμένα Λαχανικά ενισχύθηκαν +3,8%, στις Κατεψυγμένες Ζύμες +5,1% και στις Φρέσκες Σαλάτες +18%.
Ο όμιλος Γλάρος, πέρα από τα χαρτικά και τις ζύμες έχει παρουσία και στο κρέας. H εταιρεία επεξεργασίας κρέατος η Meat House που ιδρύθηκε το 2016 και ελέγχεται κατά 100% από τον Γλάρο εμφάνισε πέρυσι πωλήσεις 17,101 εκατ. ευρώ (14,090 εκατ. ευρώ το 2020) και καθαρά κέρδη 220.246 ευρώ (227.055 ευρώ το 2020). Στον κλάδο επεξεργασίας κρέατος υπάρχουν αρκετοί παίκτες όπως η εταιρεία Φλωρίδης ΑΕΒΕΚ που προ της συγχώνευσης με την Αφοί Νασόπουλοι, δηλαδή πέρυσι, εμφάνισε πωλήσεις 87,076 εκατ. ευρώ (83,721 εκατ. ευρώ το 2020) και κέρδη 4,588 εκατ. ευρώ (1,405 εκατ. ευρώ). Η εταιρεία Αφοί Νασόπουλοι από την άλλη πούλησε το 2021 προϊόντα αξίας 65.781.910 ευρώ (57.291.874,29 ευρώ το 2020) και πέτυχε καθαρά κέρδη 3.472.391,89 ευρώ από 400.613,86 ευρώ το 2020.
Στις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις του ομίλου Γλάρος -το 2021 ο τζίρος του ομίλου ξεπέρασε τα 87 εκατ. ευρώ και τα καθαρά κέρδη τα 16,562 εκατ. ευρώ- περιλαμβάνονται επίσης με τη μέθοδο της ολικής ενοποίησης οι θυγατρικές εταιρείες «ΑΝΙΚΑ Εταιρεια Γενικών Επενδύσεων και Επενδυτικών Υπηρεσιών ΑΕ» και «BONORA I.K.E.» (εταιρεία παροχής υπηρεσιών διαχείρισης και οργάνωσης εστιατορίων, καφετεριών, ζαχαροπλαστείων και συναφών επιχειρήσεων) και με τη μέθοδο της καθαρής θέσης οι εταιρείες «Ελληνικές Υπεραγορές Σκλαβενίτης ΑΕΕ» -το ποσοστό που κατέχεται μέσω θυγατρικής της Γλάρος είναι 14,06%- και «GENFROCO Εμπορία Αλιευμάτων ΑΕ» στην οποία ο όμιλος ελέγχει ποσοστό 40%.






0 ΣΧΟΛΙΑ