Τραμπ – Πούτιν: Η συμφωνία που φέρνει την Ευρώπη προ τετελεσμένων και το Plan B της ελληνικής κυβέρνησης

Την Τετάρτη 14 Οκτωβρίου αναμένεται να ανακοινωθούν οι τιμές του πετρελαίου θέρμανσης για τα ελληνικά νοικοκυριά, με το επικρατέστερο σενάριο να προβλέπει ότι το λίτρο θα διαμορφωθεί μεταξύ 1,65 και 1,70 ευρώ μετά την επιδότηση. Την ίδια στιγμή, η αιφνιδιαστική συμφωνία του Ντόναλντ Τραμπ με τον Βλαντίμιρ Πούτιν για το ρωσικό ντίζελ προκαλεί αναταράξεις στο ευρωπαϊκό πολιτικό και ενεργειακό πεδίο. Οι ηγέτες των 27 κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης συνεδριάζουν την Πέμπτη και την Παρασκευή, 15 και 16 Οκτωβρίου, στις Βρυξέλλες, με βασικό αντικείμενο την αναζήτηση κοινής απάντησης στις νέες συνθήκες που διαμορφώνει η πρωτοβουλία του Αμερικανού προέδρου.
Η απόφαση της Ουάσινγκτον να προχωρήσει σε προσωρινή αναστολή των κυρώσεων που αφορούν το ρωσικό ντίζελ έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η δυσαρέσκεια εκφράστηκε τόσο από την Ύπατη Εκπρόσωπο της ΕΕ, Κάγια Κάλας, όσο και από Ευρωπαίους ηγέτες, οι οποίοι εκφράζουν ανησυχίες για τις οικονομικές επιπτώσεις αλλά και για τις γεωπολιτικές ανακατατάξεις που ενδέχεται να ακολουθήσουν. Στη Σύνοδο Κορυφής, οι «27» καλούνται να εξετάσουν πώς θα απαντήσουν στην εξαίρεση που αποφάσισαν οι ΗΠΑ, η οποία θεωρείται ότι αποδυναμώνει την κοινή ευρωπαϊκή στάση απέναντι στη Μόσχα. Οι κυρώσεις αποτελούν βασικό εργαλείο της ευρωπαϊκής πολιτικής ως απάντηση στη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, ενώ η ενεργειακή διάσταση της κρίσης εξακολουθεί να επιβαρύνει οικονομίες και καταναλωτές. Το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν η ΕΕ θα επιλέξει να ενισχύσει την αυτονομία της στην εξωτερική και ενεργειακή πολιτική ή αν θα επιδιώξει έναν συμβιβασμό με την κυβέρνηση Τραμπ, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις.
Η δημοσιονομική ευελιξία στο επίκεντρο της Συνόδου
Για την Ελλάδα, όπως και για άλλα κράτη-μέλη που αντιμετωπίζουν αυξημένες πιέσεις από το ενεργειακό κόστος, ιδιαίτερη σημασία έχει η δυνατότητα λήψης πρόσθετων μέτρων στήριξης. Η Αθήνα επιδιώκει να εξασφαλίσει μεγαλύτερα δημοσιονομικά περιθώρια, ώστε να μπορέσει να στηρίξει νοικοκυριά και επιχειρήσεις εφόσον η κρίση ενταθεί. Η ενεργειακή επιβάρυνση επηρεάζει ήδη την καθημερινότητα των πολιτών, ενώ σε χώρες όπως η Γαλλία και η Ισπανία έχουν αρχίσει να καταγράφονται οι πρώτες διαδηλώσεις. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, οι ευρωπαϊκές αποφάσεις για τη χρηματοδότηση των μέτρων στήριξης αποκτούν καθοριστική σημασία. Η ελληνική πλευρά προσέρχεται στη Σύνοδο με συγκρατημένες προσδοκίες, καθώς παραμένει αβέβαιο εάν θα υπάρξει συμφωνία για μεγαλύτερη ευελιξία στους δημοσιονομικούς κανόνες. Το ζητούμενο είναι να εξασφαλιστεί η δυνατότητα αντιμετώπισης των νέων πιέσεων χωρίς να δημιουργηθούν πρόσθετοι περιορισμοί στους εθνικούς προϋπολογισμούς.
Οι ανακοινώσεις για το πετρέλαιο θέρμανσης και το ντίζελ
Μία ημέρα πριν από τη μετάβασή του στις Βρυξέλλες, ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης αναμένεται να έχει στη διάθεσή του τα νέα δεδομένα για το κόστος της θέρμανσης. Την Τετάρτη 14 Οκτωβρίου προγραμματίζονται οι ανακοινώσεις για την επιδότηση του πετρελαίου θέρμανσης, με τις εκτιμήσεις να τοποθετούν την τελική τιμή στην περιοχή των 1,65 έως 1,70 ευρώ ανά λίτρο. Εφόσον επιβεβαιωθεί αυτό το σενάριο, η τιμή θα παραμείνει χαμηλότερη από εκείνη με την οποία έκλεισε η αγορά τον Απρίλιο, όταν το πετρέλαιο θέρμανσης είχε διαμορφωθεί στα 1,75 ευρώ το λίτρο. Πρόκειται για επίπεδα που, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρατίθενται, δεν είχαν καταγραφεί ούτε μετά την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία και το ενεργειακό σοκ που ακολούθησε. Την ίδια ημέρα αναμένεται να ανακοινωθεί και η συνέχιση της επιδότησης στο πετρέλαιο κίνησης, δηλαδή στο ντίζελ, με στόχο να περιοριστεί μέρος της επιβάρυνσης για οδηγούς, επαγγελματίες και επιχειρήσεις. Οι τελικές αποφάσεις αναμένεται να καθορίσουν το ύψος της ενίσχυσης και το πλαίσιο εφαρμογής της.
Η ευρωπαϊκή στάση απέναντι στη συμφωνία Τραμπ – Πούτιν
Η συμφωνία για την απευθείας προμήθεια ρωσικού ντίζελ στις ΗΠΑ δημιουργεί νέα δεδομένα σε μια περίοδο κατά την οποία οι ευρωπαϊκές οικονομίες και οι πολίτες βρίσκονται ήδη αντιμέτωποι με αυξημένες ενεργειακές πιέσεις. Οι Βρυξέλλες καλούνται να αποφασίσουν εάν θα προχωρήσουν σε μια συντονισμένη αντίδραση ή αν οι διαφορετικές προσεγγίσεις των κρατών-μελών θα δυσκολέψουν τη διαμόρφωση κοινής γραμμής. Η κίνηση της Ουάσινγκτον εκλαμβάνεται από αρκετές ευρωπαϊκές πλευρές ως πλήγμα στην προσπάθεια διατήρησης ενιαίας στάσης απέναντι στη Ρωσία. Παράλληλα, αναδεικνύεται εκ νέου το ζήτημα της ενεργειακής ασφάλειας και της δυνατότητας της ΕΕ να περιορίσει τις συνέπειες διεθνών αποφάσεων που λαμβάνονται χωρίς προηγούμενο συντονισμό με τους Ευρωπαίους εταίρους. Το ερώτημα είναι κατά πόσο η Ένωση θα καταφέρει να κινηθεί με την απαιτούμενη ταχύτητα, δεδομένου ότι οι επιπτώσεις στις τιμές της ενέργειας μεταφέρονται άμεσα στην αγορά και στην καθημερινότητα των νοικοκυριών. Για την ελληνική κυβέρνηση, οι προσδοκίες παραμένουν περιορισμένες, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι εγκαταλείπει την προσπάθεια εξασφάλισης πρόσθετων μέτρων προστασίας.
Το εναλλακτικό σχέδιο της Αθήνας
Σε περίπτωση που οι Ευρωπαίοι ηγέτες δεν καταλήξουν σε συμφωνία για την εξαίρεση των έκτακτων δαπανών στήριξης από τον υπολογισμό των ανώτατων ορίων δαπανών, ο Κυριάκος Μητσοτάκης προτίθεται να θέσει στο τραπέζι μια εναλλακτική πρόταση. Το σχέδιο προβλέπει την αξιοποίηση μέρους των εθνικών πόρων, ύψους περίπου 1 δισ. ευρώ, οι οποίοι προορίζονται για ενεργειακές επενδύσεις και εξαιρέθηκαν πρόσφατα από τη ρήτρα διαφυγής με απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Η ελληνική πλευρά θα ζητήσει την έγκριση των ευρωπαϊκών αρχών, προκειμένου ένα μέρος αυτών των κονδυλίων να κατευθυνθεί σε παρεμβάσεις για την οικονομική ανακούφιση των πολιτών.
Διαβάστε επίσης
Η συγκεκριμένη επιλογή αποτελεί εναλλακτική λύση στην περίπτωση που δεν εξασφαλιστεί η ευρύτερη δημοσιονομική ευελιξία που επιδιώκει η Αθήνα. Παρότι τα διαθέσιμα ποσά ενδέχεται να μην προσεγγίσουν τα 700 εκατ. ευρώ που είχε θέσει αρχικά ως στόχο η ελληνική κυβέρνηση, οποιοδήποτε πρόσθετο περιθώριο για τη χρηματοδότηση νέων μέτρων θεωρείται σημαντικό. Η έκβαση των συζητήσεων στις Βρυξέλλες θα καθορίσει, σε μεγάλο βαθμό, τις δυνατότητες της Αθήνας να αντιδράσει σε μια ενδεχόμενη περαιτέρω επιδείνωση της ενεργειακής κρίσης.






0 ΣΧΟΛΙΑ