Μαρίκαρμεν Αμπασκάλ: Ποια είναι η γυναίκα που έγινε σύμβολο της στεγαστικής κρίσης στην Ισπανία

Η Μαρίκαρμεν Αμπασκάλ ήταν για δεκαετίες μια γυναίκα που εργαζόταν, πλήρωνε κανονικά το ενοίκιο και τους φόρους της και είχε συνδέσει τη ζωή της με το σπίτι όπου μεγάλωσε μαζί με την οικογένειά της. Το διαμέρισμά της στη συνοικία Ίμπιθα, στην περιοχή Ρετίρο της Μαδρίτης, ήταν γεμάτο οικογενειακές φωτογραφίες, πίνακες, πορσελάνες και αντικείμενα που της θύμιζαν τους ανθρώπους και τις στιγμές της ζωής της. Στα 87 της χρόνια, η έξωσή της μετέτρεψε μια προσωπική περιπέτεια σε σύμβολο του αγώνα για το δικαίωμα στη στέγη, προκαλώντας μαζικές αντιδράσεις σε ολόκληρη την Ισπανία.
Το σπίτι όπου έζησε για περισσότερες από επτά δεκαετίες
Το πλήρες όνομά της ήταν Μαρία δελ Κάρμεν Αμπασκάλ Μαρτίν και κατοικούσε στο ίδιο διαμέρισμα από το 1956. Το σπίτι είχε νοικιάσει αρχικά ο πατέρας της, ενώ μετά τον θάνατό του το μισθωτήριο πέρασε στη μητέρα της και, στη συνέχεια, στην ίδια. Η Μαρίκαρμεν είχε εργαστεί επί 34 χρόνια ως γραμματέας διοικητικού συμβουλίου φαρμακευτικής εταιρείας, προτού συνταξιοδοτηθεί το 1998. Έπαιρνε σύνταξη περίπου 1.400 ευρώ και είχε αναγνωρισμένη αναπηρία 50%. Τα τελευταία χρόνια της ζωής της μετακινούνταν με αναπηρικό αμαξίδιο και χρειαζόταν βοήθεια για τις καθημερινές της ανάγκες.
Η περιπέτειά της με το σπίτι ξεκίνησε όταν άλλαξε η ιδιοκτησία του διαμερίσματος. Το 2018 η Renta Corporación ενημέρωσε τη Μαρίκαρμεν ότι σχεδίαζε να πουλήσει το ακίνητο στην Urbagestión έναντι 247.000 ευρώ, δίνοντάς της τη δυνατότητα να ασκήσει το δικαίωμα προτίμησης και να το αγοράσει στην ίδια τιμή. Η πώληση ολοκληρώθηκε τον Ιούνιο εκείνης της χρονιάς, με την ηλικιωμένη να εξακολουθεί να κατοικεί στο σπίτι της. Το ενοίκιο και οι λογαριασμοί της ανέρχονταν συνολικά σε περίπου 500 ευρώ τον μήνα, ποσό που μπορούσε να καλύπτει από τη σύνταξή της. Όταν, όμως, οι νέοι ιδιοκτήτες απαίτησαν πολύ υψηλότερο μίσθωμα, η παραμονή της στο διαμέρισμα έγινε εξαιρετικά δύσκολη.
Η πολυετής δικαστική μάχη και η έξωση
Σύμφωνα με τα δημοσιεύματα του ισπανικού Τύπου, η εταιρεία απαίτησε αρχικά ενοίκιο 2.650 ευρώ τον μήνα, ποσό ασύμβατο με τις οικονομικές δυνατότητες της ηλικιωμένης. Ακολούθησαν διαπραγματεύσεις και προτάσεις για χαμηλότερο μίσθωμα, χωρίς να επιτευχθεί συμφωνία που θα της εξασφάλιζε την παραμονή στο σπίτι. Η Μαρίκαρμεν έδωσε επί χρόνια δικαστικό αγώνα, ενώ έγιναν συνολικά τέσσερις προσπάθειες έξωσης. Παράλληλα, υπήρξαν προσπάθειες διαμεσολάβησης και προτάσεις οικονομικής βοήθειας από ανθρώπους που ήθελαν να αποτρέψουν την απομάκρυνσή της, χωρίς όμως να βρεθεί οριστική λύση.
Στις 23 Σεπτεμβρίου 2026 πραγματοποιήθηκε τελικά η έξωση, με την 87χρονη να απομακρύνεται από το σπίτι της με φορείο, ύστερα από μια επιχείρηση που διήρκεσε αρκετές ώρες. Η εικόνα της ηλικιωμένης να εγκαταλείπει το διαμέρισμα όπου είχε ζήσει επί 71 χρόνια προκάλεσε έντονη συγκίνηση και οργή. Μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο Γρεγόριο Μαρανιόν της Μαδρίτης, καθώς η κατάσταση της υγείας της ήταν ήδη επιβαρυμένη. «Με έχει επηρεάσει σε όλα. Εγώ τώρα δεν είμαι εγώ», είχε δηλώσει δύο ημέρες πριν από την έξωση, περιγράφοντας τις συνέπειες που είχε πάνω της η πολυετής δικαστική διαμάχη.
Από μια προσωπική περιπέτεια σε πανεθνικό σύμβολο
Η υπόθεση της Μαρίκαρμεν πυροδότησε κινητοποιήσεις σε διάφορες περιοχές της Ισπανίας, με επίκεντρο την πλατεία Πουέρτα ντελ Σολ στη Μαδρίτη. Πολίτες, ενοικιαστές και μέλη οργανώσεων για το δικαίωμα στη στέγη συγκεντρώθηκαν για να διαμαρτυρηθούν για τις εξώσεις και την αδυναμία πολλών ανθρώπων να ανταποκριθούν στο αυξανόμενο κόστος κατοικίας. Το σύνθημα «Όλοι είμαστε Μαρίκαρμεν» εμφανίστηκε σε πανό και μπλουζάκια, ενώ η ίδια, ακόμη και από το νοσοκομείο, ευχαριστούσε όσους στέκονταν στο πλευρό της και τους καλούσε να συνεχίσουν τον αγώνα τους ειρηνικά. «Παλέψτε, υπερασπιστείτε αυτό που σας ανήκει», ήταν το μήνυμά της προς τους διαδηλωτές.
Η κοινωνική πίεση οδήγησε σε αλλαγή στάσης από την εταιρεία που είχε στην ιδιοκτησία της το διαμέρισμα, η οποία τελικά συμφώνησε σε νέο μισθωτήριο που θα επέτρεπε στη Μαρίκαρμεν να επιστρέψει στο σπίτι της. Η εξέλιξη αυτή, ωστόσο, ήρθε πολύ αργά. Η 87χρονη πέθανε στις 7 Οκτωβρίου 2026, έπειτα από 15 ημέρες νοσηλείας, χωρίς να προλάβει να επιστρέψει στον χώρο όπου είχε περάσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της. Σε ανακοίνωσή τους, η οικογένειά της, η δικηγόρος της και το Συνδικάτο Ενοικιαστών τόνισαν ότι, παρά την επίτευξη μιας συμφωνίας που θα της επέτρεπε να γυρίσει στο σπίτι της, η λύση ήρθε καθυστερημένα. Μετά την είδηση του θανάτου της, νέες συγκεντρώσεις πραγματοποιήθηκαν στη Μαδρίτη, όπου οι διαδηλωτές φώναζαν «Η Μαρίκαρμεν ζει, ο αγώνας συνεχίζεται».
Η πολιτική αντιπαράθεση και η στάση του Σάντσεθ
Ο θάνατός της επανέφερε στο προσκήνιο τις πολιτικές ευθύνες για τη στεγαστική κρίση και προκάλεσε αντιπαράθεση ανάμεσα στην κεντρική κυβέρνηση και την περιφερειακή διοίκηση της Μαδρίτης. Ο πρωθυπουργός Πέδρο Σάντσεθ άσκησε κριτική στις τοπικές αρχές, ενώ η επικεφαλής της περιφέρειας, Ισαμπέλ Ντίας Αγιούσο, υποστήριξε ότι η έξωση πραγματοποιήθηκε κατόπιν δικαστικής απόφασης. Η υπόθεση συνδέθηκε επίσης με παλαιότερη δέσμευση του Σάντσεθ, ο οποίος το 2015 είχε δηλώσει ότι με μια σοσιαλιστική κυβέρνηση δεν θα πραγματοποιούνταν πλέον εξώσεις στην Ισπανία. Η Αγιούσο επανέφερε τη δήλωση αυτή στην πολιτική αντιπαράθεση, υποστηρίζοντας ότι η κυβέρνηση είχε αρκετά χρόνια στη διάθεσή της για να αλλάξει τη σχετική νομοθεσία.
Η υπόθεση της Μαρίκαρμεν συνέπεσε με την απόρριψη από το κοινοβούλιο δύο κυβερνητικών διαταγμάτων για τη στέγαση, τα οποία περιλάμβαναν έκτακτα μέτρα για την προστασία των ενοικιαστών. Η εξέλιξη συνέβαλε στην απόφαση του Σάντσεθ να προκηρύξει πρόωρες εκλογές για τις 29 Νοεμβρίου, σε ένα ήδη τεταμένο πολιτικό περιβάλλον, με την κυβέρνηση να αντιμετωπίζει κριτική και για άλλα ζητήματα. Στη συνέχεια, το υπουργικό συμβούλιο ενέκρινε εκ νέου δύο διατάγματα στο ίδιο πνεύμα. Την ίδια στιγμή, η στεγαστική κρίση παραμένει στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης, ενώ τα ισπανικά συνδικάτα έχουν προκηρύξει γενική απεργία για το δικαίωμα στη στέγη στις 11 Νοεμβρίου. Η υπουργός Υγείας, Μόνικα Γκαρθία, αποχαιρέτησε τη Μαρίκαρμεν με μήνυμα στο οποίο ανέφερε ότι ο αγώνας της αφύπνισε συνειδήσεις σε όλη τη χώρα. Ο Σάντσεθ, από την πλευρά του, εξέφρασε τα συλλυπητήριά του στην οικογένειά της.
Οι εξώσεις στην Ισπανία και η παρακαταθήκη της Μαρίκαρμεν
Η υπόθεση άνοιξε ξανά τη συζήτηση για την έκταση του προβλήματος των εξώσεων στην Ισπανία. Στην πολιτική αντιπαράθεση έχουν αναφερθεί στοιχεία για περίπου 25.500 εξώσεις ετησίως, ενώ δημοσιεύματα που επικαλούνται δεδομένα του Γενικού Συμβουλίου Δικαστικής Εξουσίας της χώρας κάνουν λόγο για περισσότερες από 200.000 δικαστικές αποβολές από ακίνητα από τότε που ανέλαβε την πρωθυπουργία ο Σάντσεθ. Οι αριθμοί αυτοί αφορούν ευρύτερες κατηγορίες υποθέσεων και δεν περιορίζονται αποκλειστικά στις εξώσεις ενοικιαστών. Το ζήτημα, ωστόσο, παραμένει κρίσιμο για χιλιάδες πολίτες που δυσκολεύονται να ανταποκριθούν στις στεγαστικές τους ανάγκες.
Διαβάστε επίσης
Η Μαρίκαρμεν είχε εκφράσει επανειλημμένα την επιθυμία να επιστρέψει στο σπίτι της και να περάσει εκεί τις τελευταίες ημέρες της ζωής της. «Έχω δουλέψει όλη μου τη ζωή», έλεγε, επιμένοντας ότι δεν σκόπευε να εγκαταλείψει τον αγώνα της. Λίγο πριν από την έξωση, είχε εκφράσει την ελπίδα ότι η ιστορία της θα μπορούσε να συμβάλει ώστε περισσότεροι άνθρωποι να αποκτήσουν πρόσβαση σε αξιοπρεπή κατοικία. Δεν πρόλαβε να δει αυτή την επιθυμία να γίνεται πραγματικότητα για την ίδια. Η ιστορία της, όμως, ξεπέρασε τα όρια μιας προσωπικής δικαστικής διαμάχης και έγινε σημείο αναφοράς για το δικαίωμα στη στέγη, την προστασία των ευάλωτων ενοικιαστών και τις ευθύνες της πολιτείας απέναντι σε όσους κινδυνεύουν να χάσουν το σπίτι τους.






0 ΣΧΟΛΙΑ