ΑΡΧΙΚΗ VIDEO

Χάσαμε όλοι μας 1 δισ. ευρώ. και κανείς δεν μπήκε φυλακή

Χάσαμε όλοι μας 1 δισ. ευρώ. και κανείς δεν μπήκε φυλακή
Athensmagazine Ορίστε μας ως προτεινόμενη πηγή ειδήσεων στο Google

Μία από τις πιο σκοτεινές και πολυσυζητημένες σελίδες της σύγχρονης ελληνικής οικονομικής ιστορίας παραμένει η κατάρρευση της Proton Bank, ένα σκάνδαλο που συγκλόνισε συθέμελα τον τραπεζικό τομέα και άφησε πίσω του έναν «λογαριασμό» που ξεπερνά το 1 δισεκατομμύριο ευρώ σε βάρος των Ελλήνων φορολογουμένων. Παρά το τεράστιο μέγεθος της οικονομικής ζημίας, η τελική ετυμηγορία της ελληνικής δικαιοσύνης, ύστερα από μια μακρά πορεία δεκατριών ετών, άφησε το κοινό άφωνο: οριστικά και αμετάκλητα, κανένας από τους εμπλεκόμενους δεν οδηγήθηκε στη φυλακή. Το χρονικό αυτής της τεράστιας υπόθεσης αποκαλύπτει μια αλυσίδα λανθασμένων εκτιμήσεων, επισφαλών δανειοδοτήσεων, εταιρικών γιγαντισμών και μιας θεσμικής κατάρρευσης που άφησε τους μικροεπευδυτές στο έλεος των εξελίξεων.

Η γέννηση και τα προβλήματα μιας εξειδικευμένης τράπεζας

Η Proton Bank δεν ξεκίνησε την πορεία της ως μια τυπική, μεγάλη συστημική τράπεζα με τεράστιο δίκτυο καταστημάτων και εκατομμύρια αποταμιευτές. Ιδρύθηκε το 2001 και άρχισε να λειτουργεί το 2002, έχοντας από τον σχεδιασμό της έναν εντελώς διαφορετικό προσανατολισμό. Επικεντρώθηκε στην επενδυτική τραπεζική, στις χρηματοοικονομικές συμβουλευτικές υπηρεσίες και στην ενεργό αγορά εταιρικών ομολόγων, απευθυνόμενη σε περιορισμένο αριθμό μεγάλων πελατών. Ελλείψει ευρείας καταθετικής βάσης και σταθερής ρευστότητας, η τράπεζα ήταν απόλυτα εκτεθειμένη στις διακυμάνσεις της αγοράς.

Η έλευση της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης το 2008 αποτέλεσε το σημείο καμπής που ανέδειξε με δραματικό τρόπο τις αδυναμίες της δομής της. Με την κεφαλαιακή της επάρκεια να κλονίζεται επικίνδυνα, οι βασικοί μέτοχοι αναζήτησαν διέξοδο, πουλώντας το πλειοψηφικό πακέτο μετοχών στην Τράπεζα Πειραιώς με προοπτική την απορρόφηση. Ωστόσο, η διαδικασία αυτή ακυρώθηκε όταν η Proton Bank επιχείρησε να ενταχθεί στο κρατικό πρόγραμμα στήριξης της ελληνικής κυβέρνησης, ανοίγοντας τον δρόμο για μια εντελώς νέα και απρόβλεπτη εποχή.

Unsplash

Η άνοδος του Λαυρέντη Λαυρεντιάδη και η «χρυσή» εποχή των εξαγορών

Στα τέλη του 2009, στο προσκήνιο εμφανίζεται μια από τις πιο αμφιλεγόμενες και δυναμικές προσωπικότητες της ελληνικής επιχειρηματικότητας εκείνης της περιόδου: ο 37χρονος τότε Λαυρέντης Λαυρεντιάδης. Η μέχρι τότε πορεία του είχε χαρακτηριστεί από εντυπωσιακά άλματα. Έχοντας αναλάβει από νεαρή ηλικία τη Νεοχημική —την οικογενειακή επιχείρηση παραγωγής απορρυπαντικών— μετά την απώλεια του πατέρα του, και με τη στενή καθοδήγηση του παιδικού φίλου και συνεργάτη του, Πέτρου Κυριακίδη, ο Λαυρεντιάδης κατάφερε να μετατρέψει τη μικρή εταιρεία σε έναν πολυεθνικό κολοσσό με εξαγωγές και συνεργασίες με κολοσσούς όπως η Henkel και η Unilever. Η Νεοχημική εισήχθη στο Χρηματιστήριο Αθηνών το 2003, αποφέροντας τεράστια κέρδη.

Δεν σταμάτησε όμως εκεί. Το 2007 δημιούργησε τη φαρμακευτική Alapis, η οποία μέσα σε ελάχιστους μήνες εξαγόρασε δεκάδες εταιρείες του κλάδου, γινόμενη ο μεγαλύτερος όμιλος φαρμάκων στην Ελλάδα και αντλώντας εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ από το Χρηματιστήριο. Παράλληλα, ο Λαυρεντιάδης επεκτάθηκε στον χώρο των ΜΜΕ, απέκτησε ποσοστό στην ΠΑΕ Ολυμπιακός και στο γήπεδο Καραϊσκάκη, ενώ αγόρασε και τη βιομηχανία φωσφορικών λιπασμάτων. Στο απόγειο της επιχειρηματικής του δραστηριότητας, οι εταιρείες του απασχολούσαν δεκάδες χιλιάδες εργαζομένους, δημιουργώντας μια εικόνα ασταμάτητης ανάπτυξης. Στο πλαίσιο αυτό, στράφηκε προς την Proton Bank, εξαγοράζοντας τις μετοχές της από την Τράπεζα Πειραιώς και αναλαμβάνοντας τον έλεγχο ως βασικός μέτοχος.

Η είσοδος στην Proton Bank και τα «καμπανάκια» της Τράπεζας της Ελλάδος

Η ανάληψη της ηγεσίας της Proton Bank από τον Λαυρέντη Λαυρεντιάδη συνοδεύτηκε από φιλόδοξα σχέδια αναδιάρθρωσης. Ωστόσο, σχεδόν από την αρχή, οι εσωτερικοί ελεγκτικοί μηχανισμοί της Τράπεζας της Ελλάδος άρχισαν να εντοπίζουν σοβαρές παρατυπίες. Διαπιστώθηκε ότι οι επιτροπές πιστοδοτήσεων λειτουργούσαν χωρίς αυτονομία, ενώ οι εκταμιεύσεις δανείων προς εταιρείες συνδεδεμένες με τον ίδιο τον Λαυρεντιάδη και τον όμιλο της Alapis αυξάνονταν με ανησυχητικούς ρυθμούς, συχνά χωρίς επαρκείς εξασφαλίσεις.

Σαν σήμερα, Τράπεζα της Ελλάδος

Παρά τις επαναλαμβανόμενες προειδοποιητικές επιστολές, τις συστάσεις για περιορισμό της έκθεσης σε συνδεδεμένα μέρη και την υπαγωγή της τράπεζας σε καθεστώς ενισχυμένης εποπτείας, η διοίκηση της Proton Bank συνέχισε την ίδια τακτική. Σύμφωνα με μεταγενέστερους ελέγχους, τεράστια ποσά —που έφτασαν τα εκατομμύρια ευρώ— κατευθύνθηκαν σε εταιρείες-δορυφόρους και θυγατρικές, δημιουργώντας ένα τεράστιο «μαύρο τρύπα» στον ισολογισμό της τράπεζας.

Η κατάρρευση, η κρατικοποίηση και το έλλειμμα του 1 δισεκατομμυρίου

Τον Οκτώβριο του 2011, η κατάσταση έφτασε σε αδιέξοδο. Η τράπεζα αδυνατούσε να καλύψει τα τεράστια κεφαλαιακά της κενά και η Τράπεζα της Ελλάδος, σε συνεργασία με το Υπουργείο Οικονομικών, προχώρησε σε ανάκληση της άδειας λειτουργίας και σε ειδική εκκαθάριση. Οι μετοχές της παλαιάς τράπεζας μηδενίστηκαν, αφήνοντας τους μικρομετόχους στα κρύα του λουτρού, ενώ τα υγιή στοιχεία και οι καταθέσεις μεταφέρθηκαν στη «νέα Proton Bank», η οποία χρηματοδοτήθηκε με κρατικά κεφάλαια μέσω του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας.

Η ζημιά για το ελληνικό δημόσιο και τους φορολογούμενους αποδείχθηκε τεράστια. Υπολογίζεται ότι το συνολικό κόστος της διάσωσης και της κάλυψης των ανοιγμάτων ξεπέρασε το 1 δισεκατομμύριο ευρώ, καθιστώντας την υπόθεση αυτή μια από τις μεγαλύτερες πληγές του τραπεζικού μας συστήματος εν μέσω της ευρύτερης κρίσης χρέους.

Η δικαστική «οδύσσεια» και η οριστική αθώωση

Το σκάνδαλο πυροδότησε μια τιτάνια δικαστική έρευνα. Τον Δεκέμβριο του 2012 εκδόθηκαν εντάλματα σύλληψης για περισσότερα από 40 άτομα, συμπεριλαμβανομένου του Λαυρέντη Λαυρεντιάδη, του Πέτρου Κυριακίδη και στελεχών της τράπεζας, με βαριές κακουργηματικές κατηγορίες όπως σύσταση εγκληματικής οργάνωσης, υπεξαίρεση, απιστία και ξέπλυμα μαύρου χρήματος.

Η πολύκροτη δίκη ξεκίνησε το 2015 ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων. Πρωτοδίκως, το 2021, ο Λαυρεντιάδης καταδικάστηκε σε ποινή κάθειρξης 6 ετών για ηθική αυτουργία σε πλημμεληματική απιστία, ενώ αρκετά τραπεζικά στελέχη καταδικάστηκαν για απιστία, αν και οι βαρύτερες κατηγορίες περί εγκληματικής οργάνωσης κατέρρευσαν. Ωστόσο, η οριστική ανατροπή ήρθε το 2024, όταν το Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων αθώωσε ομόφωνα τον Λαυρέντη Λαυρεντιάδη και τους υπόλοιπους κατηγορουμένους για τις υποθέσεις των επισφαλών δανείων, κρίνοντας ότι δεν στοιχειοθετήθηκε δόλος ή ποινική ευθύνη υπό το φως και των νεότερων νομοθετικών αλλαγών.

Με αυτόν τον τρόπο, δεκατρία χρόνια μετά την κατάρρευση, η υπόθεση έκλεισε οριστικά δικαστικά χωρίς κανείς να οδηγηθεί στη φυλακή, αφήνοντας πίσω του το αναπάντητο ερώτημα για το ποιος τελικά επωμίσθηκε το τεράστιο βάρος μιας τόσο καταστροφικής οικονομικής αποτυχίας..

0 ΣΧΟΛΙΑ

Προσθήκη Σχόλιου