Ισπανία: Πέθανε η Μαρικάρμεν Αμπασκάλ – Ποια είναι η ιστορία της γυναίκας σύμβολο των διαδηλώσεων για τη στεγαστική κρίση

Σε ηλικία 87 ετών πέθανε την Τετάρτη η Μαρικάρμεν Αμπασκάλ, η γυναίκα που συνδέθηκε όσο λίγοι με τις κινητοποιήσεις κατά των εξώσεων και εξελίχθηκε σε σύμβολο της στεγαστικής κρίσης στην Ισπανία. Την είδηση του θανάτου της επιβεβαίωσε το Συνδικάτο Ενοικιαστών της Μαδρίτης.
Η 87χρονη είχε απομακρυνθεί στις 23 Σεπτεμβρίου από το διαμέρισμά της στο Ρετίρο, όπου είχε περάσει περίπου επτά δεκαετίες της ζωής της. Έξι χρόνια νωρίτερα, εταιρεία είχε αποκτήσει το ακίνητο σε ιδιαίτερα χαμηλή τιμή για τα δεδομένα της περιοχής, ακριβώς επειδή κατοικούσε σε αυτό η Μαρικάρμεν.
Η έξωση και η πολύχρονη δικαστική διαμάχη
Με μηνιαία σύνταξη 1.400 ευρώ, συνέχιζε να καταβάλλει κανονικά το ενοίκιο στην παλαιά τιμή, μαζί με τους λογαριασμούς, πληρώνοντας συνολικά περίπου 500 ευρώ κάθε μήνα.
Το 2020 ενημερώθηκε από τους ιδιοκτήτες ότι έπρεπε να αποχωρήσει. Η σύμβαση είχε μεταβιβαστεί δύο φορές: αρχικά στη μητέρα της, η οποία εξαιτίας νομοθεσίας της εποχής του Φράνκο δεν εμφανιζόταν ως ιδιοκτήτρια, και αργότερα στην ίδια.
Ακολούθησαν τέσσερις απόπειρες έξωσης. Παράλληλα, σύμφωνα με τα στοιχεία της υπόθεσης, δεν έγιναν δεκτές προτάσεις είτε για την κάλυψη της διαφοράς στο μίσθωμα –καθώς της ζητούνταν 1.600 ευρώ– είτε για την αγορά του διαμερίσματος.
Μετά την τελική έξωση, η κατάσταση της υγείας της επιβαρύνθηκε και παρέμεινε στο νοσοκομείο. Σε κοινή ανακοίνωση της οικογένειάς της, της δικηγόρου της και του Συνδικάτου επισημάνθηκε ότι είχε τελικά επιτευχθεί συμφωνία που θα της επέτρεπε να γυρίσει στο σπίτι: «Αν και επιτεύχθηκε μια ιστορική συμφωνία που θα της επέτρεπε να επιστρέψει στο σπίτι της, αυτή η λύση ήρθε πολύ αργά».
Η κοινωνική πίεση είχε οδηγήσει την εταιρεία που κατείχε το ακίνητο να συμφωνήσει σε νέο μισθωτήριο, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις ώστε, για πρώτη φορά στην Ισπανία, άνθρωπος που είχε υποστεί έξωση να επιστρέψει στην κατοικία του.
Από την έξωση στο «Όλοι είμαστε η Μαρικαρμέν»
Η υπόθεσή της προκάλεσε μαζικές αντιδράσεις, με διαδηλώσεις, κατασκηνώσεις σε πλατείες, πρόωρες εκλογές και κήρυξη γενικής απεργίας. Όσοι υπέγραψαν την ανακοίνωση για τον θάνατό της χαρακτήρισαν αυτές τις εξελίξεις «ένα πριν και ένα μετά στην ιστορία αυτής της χώρας», υπογραμμίζοντας παράλληλα ότι «το κόστος για να φτάσουμε μέχρι εδώ ήταν υπερβολικά υψηλό».
Το μήνυμα με το οποίο την αποχαιρέτησαν ήταν εκείνο που η ίδια επαναλάμβανε: «Αγωνιστείτε, συνεχίστε να αγωνίζεστε για ό,τι σας ανήκει».
Τα τελευταία χρόνια η Μαρικάρμεν μετακινούνταν αποκλειστικά με αναπηρικό αμαξίδιο και χρειαζόταν υποστήριξη στις καθημερινές δραστηριότητες. Είχαν προηγηθεί σχεδόν επτά χρόνια δικαστικών αγώνων για να παραμείνει στην κατοικία της. Τους τελευταίους μήνες είχε χάσει μυϊκή μάζα, δυσκολευόταν να φάει και παρατηρούσε αλλαγές ακόμη και στη φωνή της. Δύο ημέρες πριν από την έξωση είχε δηλώσει: «Με έχει επηρεάσει σε όλα. Τώρα δεν είμαι πια ο εαυτός μου».
Ακόμη και από το νοσοκομείο συνέχιζε να ενθαρρύνει τους διαδηλωτές: «Θα ήθελα να είμαι εκεί μαζί σας, να σας συνοδεύσω στον καταυλισμό σας, στον αγώνα σας, αλλά δεν έχω αυτή την τύχη. Γι’ αυτό, από εδώ ζητώ από όλους σας να δείξετε θάρρος. Αγωνιστείτε, υπερασπιστείτε ό,τι σας ανήκει και, σας παρακαλώ, προσέχετε. Συνεχίστε τον καταυλισμό μέχρι να αντέξει το σώμα σας».
Εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες κινητοποιήθηκαν αρχικά στη Μαδρίτη και στη συνέχεια σε άλλες πόλεις της Ισπανίας, αναπαράγοντας τα βίντεο και τα μηνύματά της. Η ιστορία της απέκτησε διεθνή απήχηση, ενώ το σύνθημα «Όλοι είμαστε η Μαρικαρμέν» εμφανίστηκε σε πλακάτ και μπλουζάκια.
Ποια ήταν η Μαρικάρμεν Αμπασκάλ και τα δύο τελευταία της όνειρα
Το πλήρες όνομά της ήταν Μαρία ντελ Κάρμεν Αμπασκάλ, αν και όλοι τη γνώριζαν ως Μαρικάρμεν. Το 1956 ο πατέρας της νοίκιασε το διαμέρισμα στη συνοικία Ίμπιζα και εκείνη έζησε εκεί σχεδόν ολόκληρη τη ζωή της, μαζί με τη μητέρα και τον αδελφό της.
Είχε σπουδάσει ταχυγραφία και γραμματειακή υποστήριξη και εργάστηκε επί 34 χρόνια ως γραμματέας διοικητικού συμβουλίου φαρμακευτικής εταιρείας, μέχρι τη συνταξιοδότησή της το 1998. Η καθημερινότητά της παρέμεινε σχετικά σταθερή και μετά τη σύνταξη: ξυπνούσε στις εννέα, περπατούσε στη γειτονιά, ψώνιζε από το κρεοπωλείο της γωνίας και φρόντιζε τα αγαπημένα αντικείμενα του σπιτιού της, από πίνακες και πορσελάνες μέχρι συλλεκτικά κομμάτια. «Δούλεψα όλη μου τη ζωή», έλεγε με υπερηφάνεια.
Ιδιαίτερη αξία είχαν για εκείνη οι ασπρόμαυρες οικογενειακές φωτογραφίες, που συγκαταλέγονταν στα λίγα προσωπικά αντικείμενα που πήρε στο νοσοκομείο όταν ενημερώθηκε για την τελική διάγνωση.
Δυναμική και επίμονη προσωπικότητα, δήλωνε επανειλημμένα: «Θα παλέψω μέχρι το τέλος». Όταν πλέον οι δυνάμεις της την εγκατέλειπαν, ζητούσε από την οικογένειά της στο Συνδικάτο Ενοικιαστριών, όπως αποκαλούσε τα μέλη του, να συνεχίσει τον αγώνα για λογαριασμό της. Δύο ημέρες πριν από την έξωση είχε εκφράσει, με δάκρυα, την ελπίδα η ιστορία της να λειτουργήσει ως φως στον αγώνα για αξιοπρεπή στέγη για όλους.
Διαβάστε επίσης
Το μεγαλύτερο προσωπικό της όνειρο ήταν να πεθάνει στο δωμάτιο όπου είχαν φύγει από τη ζωή οι γονείς της και στο οποίο είχε ζήσει 71 χρόνια. Λίγο πριν αποχωρήσει, κοιτάζοντας τα κουτιά και κάθε γνώριμη γωνιά, έλεγε: «Εδώ έχω όλες τις αναμνήσεις μου. Ο μπαμπάς μου πέθανε πολύ νέος, το 1960, σε ηλικία 51 ετών. Και η μαμά μου πέθανε το 2005, σε αυτό το σπίτι. Ζω εδώ από το 1956 μέχρι σήμερα».
Παρότι δήλωνε ότι δεν ήταν θρήσκα και έλεγε «Εμείς εκεί κάτω είμαστε όλοι ίδιοι», κάθε βράδυ ευχόταν «καληνύχτα», κατά σειρά, στον Θεό, στους γονείς της, στον Πάπα Φραγκίσκο και στην οικογένεια που είχε χάσει. Στο τέλος είχε δύο επιθυμίες: να αφήσει την τελευταία της πνοή μέσα στο σπίτι της και, μετά τον θάνατό της, να αναπαυθεί στη θάλασσα της Κανταβρίας.






0 ΣΧΟΛΙΑ