Temu και Shein: Γιατί μια αγορά των 10 ευρώ μπορεί τελικά να σου κοστίσει περισσότερο

Ένα μπλουζάκι με 5 ευρώ, ένα gadget με 3 ευρώ ή ένα αξεσουάρ με 2 ευρώ. Για εκατομμύρια καταναλωτές, πλατφόρμες όπως η Temu και η Shein έχουν αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο πραγματοποιούνται οι αγορές μέσω διαδικτύου. Η χαμηλή τιμή, η τεράστια ποικιλία και η συνεχής ροή προσφορών δημιουργούν την αίσθηση ότι σχεδόν κάθε προϊόν μπορεί να αποκτηθεί με ελάχιστα χρήματα. Όμως το οικονομικό μοντέλο των πολύ φθηνών αγορών αλλάζει. Και από την 1η Ιουλίου 2026 μπήκε σε εφαρμογή μια σημαντική αλλαγή στην Ευρωπαϊκή Ένωση: καταργήθηκε η απαλλαγή από τελωνειακούς δασμούς για εισαγόμενα δέματα αξίας έως 150 ευρώ και επιβλήθηκε προσωρινός δασμός 3 ευρώ ανά τεμάχιο για τις σχετικές αποστολές χαμηλής αξίας. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε αγορά των 10 ευρώ θα εμφανίσει υποχρεωτικά στον καταναλωτή έναν ξεχωριστό λογαριασμό 3 ευρώ. Η επιβάρυνση αφορά την τελωνειακή διαδικασία και ο τρόπος με τον οποίο θα μετακυλιστεί στο τελικό κόστος εξαρτάται από το μοντέλο πώλησης και την πλατφόρμα. Ωστόσο, οικονομικά, η αλλαγή είναι σημαντική: το κόστος εισαγωγής των μικροδεμάτων δεν μπορεί πλέον να αγνοείται όπως στο παρελθόν.
Το «φθηνό» δεν είναι πάντα το πραγματικό κόστος
Εδώ βρίσκεται και η ουσία της οικονομικής συζήτησης. Η τιμή που βλέπει ο καταναλωτής στην οθόνη είναι μόνο ένα μέρος της συνολικής οικονομικής εξίσωσης. Υπάρχει ο ΦΠΑ, ο οποίος στην ΕΕ επιβάλλεται και στα εισαγόμενα αγαθά χαμηλής αξίας. Από το 2021 καταργήθηκε η παλαιότερη απαλλαγή ΦΠΑ για εισαγωγές πολύ μικρής αξίας, ενώ μέσω του συστήματος IOSS ο ΦΠΑ μπορεί να εισπράττεται ήδη κατά την αγορά. Στη συνέχεια έρχονται τα έξοδα μεταφοράς, οι τελωνειακές διαδικασίες και πλέον οι νέες επιβαρύνσεις. Έτσι, ένα προϊόν των 10 ευρώ μπορεί να παραμένει φθηνό, αλλά η διαφορά μεταξύ της τιμής στην οθόνη και του συνολικού κόστους γίνεται μικρότερη.
Το μεγάλο οικονομικό ζήτημα είναι αλλού
Η αλλαγή δεν αφορά μόνο την τσέπη του καταναλωτή. Αφορά και τον ανταγωνισμό. Οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις υποστηρίζουν εδώ και χρόνια ότι τα εξαιρετικά φθηνά απευθείας εισαγόμενα προϊόντα δημιουργούν διαφορετικούς όρους ανταγωνισμού για τις επιχειρήσεις που λειτουργούν εντός της ΕΕ και επιβαρύνονται με κανονισμούς, φόρους, εργατικό κόστος και κόστος συμμόρφωσης.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει συνδέσει την κατάργηση του ορίου των 150 ευρώ με την ανάγκη δημιουργίας πιο ισότιμων όρων ανταγωνισμού μεταξύ ηλεκτρονικού εμπορίου και παραδοσιακού λιανεμπορίου. Για τον καταναλωτή, επομένως, το πραγματικό ερώτημα δεν είναι απλώς «πόσο κάνει;». Είναι πόσο κοστίζει συνολικά και τι αγοράζω πραγματικά με αυτά τα χρήματα.
Διαβάστε επίσης
Η εποχή της αγοράς «με 2-3 ευρώ και βλέπουμε» δεν τελειώνει απαραίτητα. Όμως το οικονομικό περιβάλλον γύρω από αυτήν γίνεται ακριβότερο και πιο αυστηρά ρυθμιζόμενο. Και αυτό σημαίνει ότι η τελική τιμή των υπερφθηνών αγορών είναι πιθανό να αποκτήσει μεγαλύτερη σημασία από ποτέ.






0 ΣΧΟΛΙΑ