«Φωτιά» στις ανοιχτές υποθέσεις φοροδιαφυγής: Έως και 10 χρόνια παραγραφή με «βούλα» του ΣτΕ – Πότε ενεργοποιείται η δεκαετία και οι παγίδες για τους φορολογούμενους

Ευρύτατο «πεδίο δράσης» αποκτούν οι φορολογικές αρχές για τον εντοπισμό και την τιμωρία μεγάλων υποθέσεων φοροδιαφυγής, καθώς με μια ορόσημο απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ) ξεκαθαρίζεται το τοπίο γύρω από τον χρόνο παραγραφής των φορολογικών αξιώσεων του Δημοσίου. Σύμφωνα με την κρίση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, υποθέσεις φοροδιαφυγής για τις οποίες προκύπτουν «συμπληρωματικά στοιχεία» μπορούν να παραμείνουν ανοιχτές, ενεργοποιώντας την εξαιρετική δεκαετή προθεσμία παραγραφής αντί του συνήθους πενταετούς κανόνα.
Η δικαστική αυτή εξέλιξη βάζει «φρένα» στις προσπάθειες πολλών φορολογουμένων και επιχειρήσεων να αποφύγουν τους καταλογισμούς επικαλούμενοι την πάροδο του χρόνου, ορίζοντας ωστόσο με αυστηρότητα τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες το κράτος μπορεί να ανατρέξει σε παλαιότευκτες χρήσεις για να επιβάλει φόρους, πρόστιμα και προσαυξήσεις.
Η απόφαση-σταθμός του Συμβουλίου της Επικρατείας
Το Β’ Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας εξέτασε και απέρριψε ομόφωνα την αίτηση αναίρεσης που είχε καταθέσει ομόρρυθμη εταιρεία υδραυλικών εγκαταστάσεων. Η υπόθεση αφορούσε στον καταλογισμό φόρου εισοδήματος για τη φορολογική χρήση του έτους 2005, κατόπιν εντοπισμού και καταχώρισης εικονικών και πλαστών τιμολογίων στα λογιστικά βιβλία της επιχείρησης.
Η πλευρά της εταιρείας επιχείρησε να αποτινάξει τις φορολογικές υποχρεώσεις και τα πρόστιμα, υποστηρίζοντας σθεναρά ότι το δικαίωμα του Δημοσίου για επιβολή φόρων είχε ήδη υποπέσει σε παραγραφή. Σύμφωνα με τον ισχυρισμό της, η «ενιαία φορολογική διοίκηση» γνώριζε τα κρίσιμα δεδομένα εντός της προβλεπόμενης πενταετίας, γεγονός που σήμαινε ότι τα στοιχεία αυτά δεν συνιστούσαν «νέα συμπληρωματικά στοιχεία» ικανά να τεντώσουν τον χρόνο παραγραφής στη δεκαετία.
Το Ανώτατο Δικαστήριο, ωστόσο, απέρριψε τους ισχυρισμούς αυτούς. Έκρινε ότι η εφαρμογή της δεκαετούς παραγραφής είναι απολύτως νόμιμη και συνταγματική, όταν η ύπαρξη, η λήψη και η καταχώριση εικονικών τιμολογίων αποκαλύπτεται για πρώτη φορά μέσα από μεταγενέστερη έκθεση ελέγχου –στη συγκεκριμένη περίπτωση, από υπηρεσίες του ΣΔΟΕ– η οποία συντάχθηκε τον Ιούνιο του 2014, δηλαδή αρκετά χρόνια μετά τη συμπλήρωση της βασικής πενταετίας. Το ΣτΕ επιβεβαίωσε ότι τα πορίσματα αυτά πληρούν στο ακέραιο τα κριτήρια των «συμπληρωματικών στοιχείων», δικαιολογώντας την παράταση του χρόνου ελέγχου.
Πότε ισχύει η πενταετία και πότε ενεργοποιείται η δεκαετία
Η απόφαση αυτή δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση ότι οι φορολογικές αρχές έχουν το «ελεύθερο» να παρατείνουν την παραγραφή κατά το δοκούν, ούτε ότι κάθε μεταγενέστερη έκθεση ελέγχου από τους ελεγκτές της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ) –δεδομένου ότι το ΣΔΟΕ έχει πλέον καταργηθεί με τη σημερινή του μορφή– οδηγεί αυτόματα σε δεκαετές «παράθυρο».
Ο βασικός κανόνας στον Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ΚΦΔ) παραμένει αμετακίνητος: η πενταετία αποτελεί τον γενικό κανόνα παραγραφής, ενώ η δεκαετία λειτουργεί ως ειδικά αιτιολογημένη και αυστηρά ερμηνευόμενη εξαίρεση.
Η τυπική πενταετία: Υπολογίζεται από το τέλος του έτους μέσα στο οποίο λήγει η προθεσμία υποβολής της αντίστοιχης φορολογικής δήλωσης. Για παράδειγμα, για εισοδήματα του φορολογικού έτους 2020, των οποίων η δήλωση υπεβλήθη το 2021, η προθεσμία παραγραφής συμπληρώνεται κανονικά στις 31 Δεκεμβρίου 2026. Μέχρι την ημερομηνία αυτή, η Φορολογική Διοίκηση υποχρεούται να έχει κοινοποιήσει νόμιμα την πράξη προσδιορισμού του φόρου στον φορολογούμενο. Δεν αρκεί απλώς να έχει ξεκινήσει ο έλεγχος.
Η εξαιρετική δεκαετία: Ο χρόνος παραγραφής μπορεί να επεκταθεί έως και τα δέκα χρόνια σε δύο βασικές περιπτώσεις:
- Όταν ο φορολογούμενος δεν έχει υποβάλει καθόλου φορολογική δήλωση για το κρίσιμο διάστημα.
- Όταν, μετά τη συμπλήρωση της πενταετίας, περιέλθουν στη Φορολογική Διοίκηση νέα στοιχεία ή πληροφορίες που δεν μπορούσε αντικειμενικά να γνωρίζει νωρίτερα και από τα οποία προκύπτει τεκμηριωμένα μεγαλύτερη φορολογική οφειλή.
Η δικλείδα ασφαλείας: Τι συνιστά «νέο στοιχείο»
Ένα από τα πιο κρίσιμα σημεία της απόφασης του ΣτΕ, το οποίο θωρακίζει τα δικαιώματα των φορολογουμένων απέναντι στην αυθαιρεσία, είναι ο αυστηρός προσδιορισμός του τι θεωρείται «νέο στοιχείο».
Σύμφωνα με το νομικό πλαίσιο και τη νομολογία, κάθε έγγραφο που εμφανίζεται απλώς μεταγενέστερα δεν συνιστά αυτόματα νέο στοιχείο. Εάν τα κρίσιμα δεδομένα και οι πληροφορίες βρίσκονταν ήδη στη διάθεση της Φορολογικής Αρχής, ή εάν η Αρχή μπορούσε αποδεδειγμένα να τα είχε εντοπίσει εγκαίρως επιδεικνύοντας τη δέουσα επιμέλεια και αξιοποιώντας τα υφιστάμενα ψηφιακά εργαλεία της, η δική της αδράνεια, αμέλεια ή καθυστέρηση δεν μπορεί να αποτελέσει «άλμα» δικαιολογίας για την επέκταση της παραγραφής στη δεκαετία.
Η δεκαετής προθεσμία ανοίγει αποκλειστικά και μόνο όταν τα στοιχεία είναι αποδεδειγμένα πρωτογενή, απρόβλεπτα και άγνωστα έως τότε στις ελεγκτικές υπηρεσίες. Παράλληλα, προβλέπονται ειδικές περιπτώσεις όπου η παραγραφή μπορεί να ανασταλεί ή να παραταθεί περαιτέρω, όπως για παράδειγμα όταν εκκρεμούν πολύπλοκες δικαστικές διαδικασίες, εφαρμόζονται διαδικασίες αμοιβαίου διακανονισμού, υποβάλλονται αιτήματα παροχής πληροφοριών σε αλλοδαπές φορολογικές αρχές ή τρέχουν διαδικασίες ακύρωσης φορολογικών πράξεων.
Διαβάστε επίσης
Τι σημαίνει η απόφαση για την αγορά και τις επιχειρήσεις
Η απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας στέλνει διπλό μήνυμα στην αγορά. Από τη μία πλευρά, παρέχει ισχυρά νομικά ερείσματα στις ελεγκτικές αρχές της ΑΑΔΕ να συνεχίσουν βαθιές έρευνες σε κυκλώματα φοροδιαφυγής, εικονικών τιμολογίων και ξεπλύματος χρήματος, διασφαλίζοντας ότι τα δημόσια έσοδα δεν χάνονται λόγω τεχνικών χρονικών φραγμών. Από την άλλη, υψώνει ασπίδα προστασίας υπέρ των συνεπών φορολογουμένων, ξεκαθαρίζοντας ότι οι ελεγκτές δεν μπορούν να επικαλούνται «ανακαλυφθέντα στοιχεία» εκ των υστέρων, εφόσον τα δεδομένα βρίσκονταν ήδη στα συρτάρια των υπηρεσιών τους αλλά παρέμειναν ανεκμετάλλευτα.






0 ΣΧΟΛΙΑ