«Μόλις παραδόθηκα, ο Αυτιάς πέθανε»: O Γεράσιμος Περδικάρης ξάφρισε 500 σπίτια χωρίς να συλληφθεί και παραδόθηκε μόνος του

Στα τέλη της δεκαετίας του 1970, η νυχτερινή Αθήνα ζούσε κάποιες στιγμές με τον δικό της, ιδιαίτερο παλμό, ενώ στις συνοικίες της πρωτεύουσας άρχισε να ψιθυρίζεται με δέος και φόβο το όνομα ενός μυστηριώδους κακοποιού. Οι αστυνομικοί της εποχής τον είχαν βαφτίσει «φάντασμα», καθώς για σχεδόν δέκα ολόκληρα χρόνια κατάφερνε να δρα ανενόχλητος, αφήνοντας πίσω του ένα παράξενο και μοναδικό αποτύπωμα: το αποτύπωμα ενός αυτιού πάνω στις πόρτες των σπιτιών που επισκεπτόταν.
Ο άνθρωπος πίσω από το θρυλικό παρατσούκλι «Αυτιάς» δεν ήταν ένας κοινός, βίαιος κακοποιός. Ήταν ο Γεράσιμος Περδικάρης, ένας διαρρήκτης που έμελλε να αφήσει το δικό του, σκοτεινό αλλά ταυτόχρονα μυθιστορηματικό αποτύπωμα στα αστυνομικά χρονικά της χώρας, πραγματοποιώντας,κατά τις εκτιμήσεις των Αρχών, περισσότερες από 500 διαρρήξεις σε ολόκληρη την Αττική, χωρίς ποτέ να ασκήσει βία ή να τραυματίσει έστω και έναν άνθρωπο.
Από το υποδειγματικό προφίλ στη διπλή ζωή
Ο Γεράσιμος Περδικάρης δεν γεννήθηκε με εγκληματικές διαθέσεις. Στα νεανικά του χρόνια αποτελούσε υπόδειγμα νομοταγούς πολίτη, οικογενειάρχη και εργατικού ανθρώπου. Δούλεψε τιμίως ως ναυτικός, σερβιτόρος, εργάτης, ακόμη και ως υπεύθυνος σε καταστήματα, αφήνοντας παντού άριστες εντυπώσεις στους εργοδότες και τους συναδέλφους του. Ήταν παντρεμένος και πατέρας δύο παιδιών, ζώντας μια ήσυχη, απολύτως φυσιολογική οικογενειακή ζωή που δεν προμήνυε την καταιγίδα που ετοιμαζόταν να ξεσπάσει.
Ωστόσο, η μοίρα του άλλαξε 360 μοίρες στα μέσα της δεκαετίας του ’70, όταν γνώρισε τον αδελφό μιας γνωστής τραγουδίστριας της εποχής. Ο άνθρωπος αυτός του άνοιξε την πόρτα στον κόσμο της παρανομίας, μυώντας τον στα μυστικά της διάρρηξης και προτείνοντάς του να συνεργαστούν, μοιραζόμενοι τα κέρδη από τα κλοπιμαία. Ο άλλοτε τιμιος εργάτης υπέκυψε στον πειρασμό, εγκαινιάζοντας μια διπλή, επικίνδυνη ζωή: την ημέρα φορούσε το προσωπείο του οικογενειάρχη και τη νύχτα μεταμορφωνόταν στον αθόρυβο «φάντασμα» των αθηναϊκών συνοικιών.
Η μέθοδος του «Αυτιά» και το άψογο καμουφλάζ
Το 1975, σε ηλικία περίπου 28 ετών, πραγματοποίησε την πρώτη του διάρρηξη σε διαμέρισμα στα Κάτω Πετράλωνα. Από εκείνη τη στιγμή και για σχεδόν μια δεκαετία, μέχρι το 1983, ο Περδικάρης εξελίχθηκε στον απόλυτο πονοκέφαλο της Αστυνομίας. Καθώς δεν ήταν σεσημασμένος, τα στοιχεία του δεν υπήρχαν σε κανένα αρχείο, γεγονός που δυσχέραινε τεράστια το έργο των διωκτικών αρχών.
Ο τρόπος δράσης του ήταν μοναδικός και βασιζόταν σε μια ιδιοφυή, απλή τακτική:
- Το «τεστ» του αυτιού: Πριν εισβάλει σε οποιοδήποτε σπίτι, πλησίαζε αθώρυβα και ακουμπούσε το αυτί του πάνω στην πόρτα για να αφουγκραστεί αν υπάρχει κάποιος μέσα. Αν επικρατούσε απόλυτη σιωπή, το πεδίο ήταν ελεύθερο.
- Το κουδούνι-σινιάλο: Για μεγαλύτερη σιγουριά, χτυπούσε το κουδούνι παρατεταμένα. Αν δεν άνοιγε κανείς, σήμαινε πως το σπίτι ήταν άδειο.
- Το ριψοκίνδυνο ωράριο: Αντί να δρα νύχτα, ο Περδικάρης προτιμούσε να χτυπά μέρα μεσημέρι, συνήθως μεταξύ 10:00 το πρωί και 1:00 το μεσημέρι, όταν οι ένοικοι απουσίαζαν στις δουλειές τους.
- Το απόλυτο καμουφλάζ: Φρόντιζε η εμφάνισή του να είναι πάντοτε αψεγάδιαστη — φορούσε ακριβό κοστούμι, γραβάτα, γυαλισμένα παπούτσια και κρατούσε ένα πούρο στο χέρι, θυμίζοντας περισσότερο ευκατάστατο επιχειρηματία παρά διαρρήκτη. Στις τσέπες του δεν κουβαλούσε ποτέ όπλα ή μαχαίρια, αλλά μόνο δύο μικρούς λοστούς.
Αν παρ’ όλα αυτά έτυχε να ανοίξει η πόρτα και να βρεθεί πρόσωπο με πρόσωπο με κάποιον ένοικο, η ψυχραιμία του τον έσωζε πάντα. Με χαμόγελο και απόλυτη ευγένεια, προσποιούνταν ότι χτύπησε λάθος πόρτα, ζητώντας συγγνώμη και αποχωρώντας αθόρυβα, χωρίς ποτέ να κινήσει υποψίες.
Τα πλούτη, η διπλή ταυτότητα και ο «αστυνομικός» Σταματελόπουλος
Στα τέλη της δεκαετίας του ’70 και στις αρχές του ’80, η δράση του βρισκόταν στο απόγειό της. Σπίτια εύπορων οικογενειών στην Αθήνα άδειαζαν από μετρητά, χρυσές λύρες και πολύτιμα κοσμήματα. Η λεία από ορισμένες επισκέψεις του ήταν μυθική· χαρακτηριστικά, σε σπίτι του γνωστού ζωγράφου Γιώργου Σικελιώτη, αφαίρεσε αντικείμενα αξίας περίπου 5 εκατομμυρίων δραχμών, με τον ίδιο τον καλλιτέχνη να μην το καταγγέλλει καν στην Αστυνομία.
Με τα τεράστια κέρδη του, ο Περδικάρης άλλαξε επίπεδο ζωής. Απέκτησε πολυτελή αυτοκίνητα, αγόρασε μια εντυπωσιακή βίλα στην Κινέτα στο όνομα της συζύγου του, άνοιξε κατάστημα στον Κολωνό και σύχναζε στα νυχτερινά κέντρα και τα καμπαρέ της Τρούμπας. Για να κινείται ανενόχλητος στον υπόκοσμο, υιοθέτησε μια τολμυρή διπλή ταυτότητα, συστηνόμενος ως «Γιώργος Σταματελόπουλος, αστυνόμος της Δίωξης Ναρκωτικών». Το θράσος του έφτασε στο αποκορύφωμα όταν, σε έναν άγριο καυγά με μαχαίρια ανάμεσα σε ναύτες σε νυχτερινό κέντρο, παρενέβη επιδεικνύοντας παράνομο περίστροφο που είχε κλέψει από σπίτι αστυνομικού, ακινητοποίησε τους ταραξίες και τους παρέδωσε ο ίδιος στις πραγματικές αρχές όταν αυτές κατέφθασαν!
Ο διαρρήκτης με την ανθρώπινη καρδιά
Παρά την παρανομία και τον πλούτο, ο «Αυτιάς» διατήρησε έναν αυστηρό εσωτερικό κώδικα τιμής και δεν έχασε ποτέ την ανθρωπιά του. Στη διάρκεια των διαρρήξεων του, συνέβησαν περιστατικά που τον έκαναν να ξεχωρίσει:
- Όταν τρύπωσε σε σπίτι και αντίκρισε ένα μικρό παιδί να κοιμάται βαθιά, πάγωσε, έκλεισε προσεκτικά την πόρτα και αποχώρησε χωρίς να αγγίξει τίποτα.
- Άλλη φορά, βρέθηκε αντιμέτωπος με μια νεαρή έγκυο γυναίκα που τον κοιτούσε έντρομη. Χωρίς να χάσει την ψυχραιμία του, της συστήθηκε ως «υδραυλικός της πολυκατοικίας», την ηρέμησε με γλυκά λόγια και έφυγε άπραγος.
- Σε μια άλλη περίπτωση, μπαίνοντας σε φτωχικό σπίτι και βλέποντας ένα μωρό μόνο του σε συνθήκες απόλυτης ανέχειας, συγκινήθηκε τόσο που άφησε το πορτοφόλι του με 25.000 δραχμές πάνω στο τραπέζι, φεύγοντας χωρίς να πάρει τίποτα.
Η πτώση, η μετάνοια και η αυτοβούλη παράδοση
Καμιά εγκληματική αυτοκρατορία δεν κρατά για πάντα. Στις αρχές του 1983, η τύχη του τελείωσε εξαιτίας ενός λάθους του συνεργού του —του ξαδέλφου της τραγουδίστριας—, ο οποίος προσπάθησε να πουλήσει στη μαύρη αγορά ένα περίστροφο κλεμμένο από σπίτι αστυνομικού. Οι αγοραστές ήταν αστυνομικοί μεταμφιεσμένοι και ο κλεπταποδόχος συνελήφθη επ’ αυτοφώρω, αποκαλύπτοντας υπό πίεση το όνομα του διαβόητου διαρρήκτη.
Μόλις ο Περδικάρης κατάλαβε πως ο κλοός έκλεινε, εγκατέλειψε την Αθήνα και κατέφυγε στο πατρικό του σπίτι στο Ληξούρι της Κεφαλωνιάς. Εκεί, μόνος με τη συνείδησή του, άρχισε να λυγίζει κάτω από το βάρος των τύψεων. Οι νύχτες του έγιναν εφιαλτικές. Μια νύχτα, ζήτησε απεγνωσμένα ένα σημάδι από τον Θεό και, κατά τα λεγόμενά του, ένιωσε μια εσωτερική φωνή να τον καλεί.
Το επόμενο πρωί, πήγε σε ένα μικρό εκκλησάκι, εξομολογήθηκε τα κρίματά του και, χωρίς να προβάλει την παραμικρή αντίσταση, παρουσιάστηκε αυτοβούλως στην Αστυνομία. Παρέδωσε στις αρχές τη βίλα στην Κινέτα και 45 εκατομμύρια δραχμές σε μετρητά, ζητώντας να επιστραφούν στα θύματά του. Στην ανακριτική του απολογία ομολόγησε 110 διαρρήξεις, αν και οι αρχές γνώριζαν ότι ο πραγματικός αριθμός ήταν πολύ μεγαλύτερος.
Διαβάστε επίσης
Η φυλακή, η λύτρωση και η νέα ζωή ως ιεροκήρυκας
Η Δικαιοσύνη υπήρξε αυστηρή και ο Γεράσιμος Περδικάρης καταδικάστηκε σε κάθειρξη 17 ετών. Ο ίδιος, ωστόσο, αποδέχθηκε τη μοίρα του αδιαμαρτύρητα. Όπως έλεγε χαρακτηριστικά: «Μόλις παραδόθηκα, ο Αυτιάς πέθανε μέσα μου. Από τη στιγμή εκείνη γεννήθηκε ξανά ο Γεράσιμος Περδικάρης».
Στη φυλακή υπήρξε υπόδειγμα κρατουμένου. Δούλεψε στα αγροτικά συνεργεία, φρόντισε ζώα και, τελικά, ύστερα από περίπου 14 χρόνια εγκλεισμού σε διάφορα σφωριστικά καταστήματα της χώρας (Κορυδαλλό, Χαλκίδα, Ιωάννινα, Πάτρα, Αίγυπτο, Αγιά Χανίων), αφέθηκε ελεύθερος.
Βγαίνοντας από τη φυλακή στα μέσα της δεκαετίας του ’90, ο άλλοτε μεγαλοδιαρρήκτης δεν είχε καμία διάθεση να επιστρέψει στην παλιά του ζωή. Είχε βρει παρηγοριά στη θρησκεία, διαβάζοντας αδιάκοπα τη Βίβλο. Αφιέρωσε την υπόλοιπη ζωή του στο κήρυγμα ως ευαγγελικός ιεροκήρυκας, μιλώντας σε εκκλησίες της Πεντηκοστής και συνεργαζόμενος με οργανώσεις όπως ο ΟΚΑΝΑ για την πρόληψη των νέων, πιστεύοντας πως είχε χρέος να σώσει άλλους από τα δικά του λάθη.
Η ιστορία του «Αυτιά» παραμένει μέχρι σήμερα ένας ζωντανός, σύγχρονος ελληνικός θρύλος: η πορεία ενός ανθρώπου που άγγιξε την απόλυτη παρανομία, αλλά βρήκε τη δύναμη να λυτρωθεί και να ξαναχτίσει τη ζωή του από τις στάχτες της συνείδησής του.






0 ΣΧΟΛΙΑ