Ο «Νονός» της Αθήνας που εκτελέστηκε εν ψυχρώ στο φανάρι: Το αιματηρό «Συνδικάτο των Εκτελεστών», η δολοφονία για μια λέξη και η ανατριχιαστική πτώση του Αλέκου Κοσμόπουλου!

Υπάρχουν κεφάλαια στην ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας που παραμένουν σκοτεινά, αιματηρά και στοιχειωμένα από τον φόβο, την απληστία και την απόλυτη βία. Ένα από τα πιο σκοτεινά και καθοριστικά θρίλερ του οργανωμένου εγκλήματος ξεδιπλώνεται γύρω από τη ζωή και τον τραγικό θάνατο του ανθρώπου που θεωρείται από πολλούς ο «πατέρας» της σύγχρονης ελληνικής μαφίας και της οργανωμένης «προστασίας» στα νυχτερινά κέντρα: του Αλέκου Κοσμόπουλου.
Το σκηνικό της τελικής του πτώσης θμίζει κινηματογραφική ταινία θρίλερ. Ξημερώματα Σαββάτου, 8 Νοεμβρίου 2008. Η ώρα είναι ακριβώς 1:10 μετά τα μεσάνυχτα. Στο Αιγάλαιο, στη συμβολή της Ιεράς Οδού με τη Λεωφόρο Θηβών, ένα αυτοκίνητο σταματάει υπάκουα στο κόκκινο φανάρι. Στη θέση του οδηγού κάθεται ο 47χρονος Αλέκος Κοσμόπουλος. Ένας άνθρωπος που ξέρει τη νύχτα καλύτερα από τον καθένα, καθώς έχει περάσει ολόκληρη τη ζωή του μέσα σε αυτήν. Στο ντουλαπάκι του συνοδηγού, σε απόσταση αναπνοής, έχει κρυμμένο ένα γεμάτο περίστροφο, γνωρίζοντας καλά ότι στον κόσμο που κινείται η ζωή του κρέμεται από μια κλωστή.
Από το πουθενά, μια μεγάλη μοτοσικλέτα σταματάει ακριβώς δίπλα από το παράθυρό του. Πάνω της κάθονται δύο άτομα με σκούρα ρούχα και κράνη που κρύβουν εντελώς τα πρόσωπά τους. Χωρίς καμία προειδοποίηση, χωρίς ούτε μία κουβέντα, η κάννη των όπλων υψώνεται. Ο Κοσμόπουλος γυρίζει το κεφάλι, καταλαβαίνει αμέσως τι συμβαίνει και επιχειρεί να φτάσει το όπλο του ή να διαφύγει προς τη θέση του συνοδηγού. Είναι αργά. Δέκα σφαίρες γάζωσαν το αυτοκίνητο, αφήνοντας το σώμα του άψυχο πάνω στα μπροστινά καθίσματα. Οι εκτελεστές εξαφανίζονται στα σκοτεινά στενά, κλείνοντας με τον πιο βίαιο τρόπο τον κύκλο ζωής ενός αδίστακτου “νονού”.
Η εποχή της αθωότητας τέλειωσε: Πώς γεννήθηκε η ελληνική μαφία
Για να καταλάβει κανείς ποιος ήταν ο Αλέκος Κοσμόπουλος και γιατί η εκτέλεσή του συγκλόνισε τον υπόκοσμο, πρέπει να γυρίσουμε τον χρόνο πίσω στη δεκαετία του ’70 και τις αρχές του ’80. Τότε η διασκέδαση στην Αθήνα ζούσε χρυσές εποχές και το χρήμα έρεε άφθονο. Η «προστασία» στα μαγαζιά ήταν μια ερασιτεχνική υπόθεση: μερικοί γεροδεμένοι τύποι κάθονταν στην πόρτα απλώς για να απομακρύνουν όσους δημιουργούσαν φασαρίες.
Όλα άλλαξαν βίαια στα μέσα της δεκαετίας του ’80, όταν μια νέα γενιά κακοποιών εισήγαγε στην Ελλάδα το αμερικανικό σύστημα του οργανωμένου εγκλήματος. Δεν περίμεναν να τους φωνάξουν οι ιδιοκτήτες· πήγαιναν οι ίδιοι στα μαγαζιά και απαιτούσαν σταθερό μηνιαίο μερτικό –ποσά που ξεκινούσαν από 500.000 δραχμές και μπορούσαν να φτάσουν τα 5 με 7 εκατομμύρια το μήνα ανάλογα με τον τζίρο– για να παρέχουν «προστασία».
Ανάμεσά τους ξεχώριζε ο Αλέκος Κοσμόπουλος: έξυπνος, αδίστακτος, σκληρός. Ήταν ο πρώτος που οργάνωσε μια μεγάλη, πολυπληθή συμμορία, παίρνοντας τον έλεγχο στις περιοχές γύρω από τις Αχαρνές, τα Σεπόλια, τα Πατήσια και το κέντρο της Αθήνας. Η ομάδα του δεν ζητούσε απλώς χρήματα· πουλούσε φόβο με επαγγελματικό τρόπο, εξασφαλίζοντας την απόλυτη σιωπή των θυμάτων.
Η δολοφονία-σοκ του σερβιτόρου για τη λέξη «Κύριος»
Η εξουσία, όμως, συχνά τυφλώνει. Τον Ιούλιο του 1990, στο γνωστό νυχτερινό κέντρο «Όνειρο» στο 11ο χιλιόμετρο της Εθνικής Οδού Αθηνών-Λαμίας, ο Κοσμόπουλος θα διαπράξει το έγκλημα που θα αποτελέσει την αρχή του τέλους του.
Ενώ διασκεδάζει με την παρέα του, ένας νεαρός σερβιτόρος, ο 27χρονος Θοδωρής Ντουρζίνης (πρώην αθλητής πυγμαχίας), πηγαίνει στο τραπέζι του για να πάρει παραγγελία αλλά παραλείπει να τον αποκαλέσει «κύριο». Για έναν κοινό άνθρωπο ήταν μια αμελητέα λεπτομέρεια· για έναν “νονό” της νύχτας μπροστά στα πρωτοπαλίκαρά του, ήταν ασυγχώρητη προσβολή και αμφισβήτηση της εξουσίας του.
Ο διάλογος που ακολούθησε έμεινε στην ιστορία των δικογραφιών: «Εμένα ρε να με αποκαλείς κύριο! Το άουσες ρε; Κύριο Κοσμόπουλο!»
Χωρίς δεύτερη σκέψη, μπροστά στα μάτια δεκάδων τρομοκρατημένων θαμώνων, ο Κοσμόπουλος τραβάει το πιστόλι του και τον πυροβολεί εν ψυχρώ στο κεφάλι. Ο άτυχος σερβιτόρος ξεψυχά λίγες ώρες αργότερα στο νοσοκομείο ΚΑΤ. Αυτή η δολοφονία δεν έγινε για τα χρήματα ή για κάποιο μερίδιο· έγινε αποκλειστικά για τον άρρωστο εγωισμό του, κάνοντας ακόμη και τα δικά του πρωτοπαλίκαρα να συνειδητοποιήσουν ότι ο αρχηγός τους είχε χάσει κάθε έλεγχο.
Διαβάστε επίσης
Ο πρώτος εμφύλιος πόλεμος της ελληνικής μαφίας και οι 14 νεκροί
Η εν ψυχρό δολοφονία του σερβιτόρου άναψε το φιτίλι ενός ανελέητου εσωτερικού πολέμου. Τα πρωτοπαλίκαρα του Κοσμόπουλου, τρέμοντας για τη ζωή τους, αποσπάστηκαν από την ομάδα, δημιούργησαν δικές τους συμμορίες και άρχισαν να του παίρνουν τις «προστασίες» μέσα από τα χέρια.
Η Αθήνα μετατράπηκε σε πεδίο μάχης. Μέσα σε διάστημα δύο ετών, 14 άτομα έχασαν τη ζωή τους σε άγρια ξεκαθαρίσματα λογαριασμών. Ανάμεσα στα θύματα ήταν ο Τζίμης Μανιαβός (πρώην πρωτοπαλίκαρό του), ο Θοδωρής Καλίμορος («Ολλανδός»), ο Γρηγόρης Σιώμης (γαζωμένος με 12 σφαίρες) και ο Κώστας Δελικάρης, τον οποίο είχαν απαγάγει, δέσει πιστάγγονα στο ρέμα της Πεντέλης και εκτελέσει με δύο σφαίρες στο κεφάλι.
Η σύλληψη, τα χρόνια στη φυλακή και το αιματηρό φινάλε
Στις 16 Ιουλίου 1992, βλέποντας τον κλοιό να σφίγγει, ο Κοσμόπουλος καταφεύγει στο Γύθειο Πελοποννήσου. Η Αστυνομία, έπειτα από αξιοποίηση πληροφοριών, οργανώνει αστραπιαία επιχείρηση, τον περικυκλώνει και του περνά χειροπέδες. Οδηγείται στη δικαιοσύνη και καταδικάζεται σε πολυετή κάθειρξη για εκβιασμούς, οπλοκατοχή και τη δολοφονία του άτυχου σερβιτόρου.
Τα επόμενα 11 χρόνια τα περνά πίσω από τα σίδερα. Όταν αποχωρεί από τη φυλακή το 2003, ο κόσμος της νύχτας έχει αλλάξει ριζικά: τα περίστροφα έχουν δώσει τη θέση τους σε πολεμικά καλάσνικοφ και τηλεχειριζόμενες βόμβες, ενώ νέοι, αδίστακτοι αρχινονοί κονταροχτυπιούνται για τον απόλυτο έλεγχο. Παρότι ο Κοσμόπουλος φάνηκε αρχικά να αποσύρεται, οι φήμες στην πιάτσα ούρλιαζαν ότι προσπάθησε να ξαναμπεί στο παιχνίδι, ξυπνώντας παλιούς, ανοιχτούς λογαριασμούς αίματος.
Κανείς στη νύχτα δεν συγχωρεί και κανείς δεν ξεχνά. Έτσι, το μοιραίο βράδυ του Νοεμβρίου του 2008, στο φανάρι της Ιεράς Οδού, οι εκτελεστές με τη μοτοσικλέτα φρόντισαν να κλείσουν οριστικά τους λογαριασμούς, αφαιρώντας τη ζωή στον άνθρωπο που θεμελίωσε την πιο σκοτεινή, βίαιη και αδίστακτη πλευρά του οργανωμένου εγκλήματος στην Ελλάδα.






0 ΣΧΟΛΙΑ