«Βρήκα την τέλεια δουλειά»: Τα τελευταία λόγια της 19χρονης πριν συναντήσει τον δολοφόνο της

Στις απαρχές της ψηφιακής εποχής, όταν το διαδίκτυο έκανε τα πρώτα του βήματα και φάνταζε ως ένας αθώος κόσμος νέων ευκαιριών, ένας άνδρας κατάφερε να μετατρέψει τα ψηφιακά δωμάτια συνομιλιών στον απόλυτο τόπο εκτέλεσης. Η υπόθεση του Τζον Έντουαρντ Ρόμπινσον, του ανθρώπου που πέρασε στην ιστορία ως ο πρώτος ιντερνετικός κατά συρροή δολοφόνος, αποτελεί μία από τις πιο ανατριχιαστικές και σκοτεινές σελίδες στα παγκόσμια χρονικά του εγκλήματος. Πίσω από τη μάσκα του ευγενικού οικογενειάρχη και του ευεργέτη της τοπικής κοινωνίας στο Κάνσας, κρυβόταν ένα αδίστακτο τέρας που για περισσότερες από δύο δεκαετίες εκμεταλλευόταν την απελπισία ανέργων γυναικών, την αφέλεια νεαρών μητέρων και τις ερωτικές προτιμήσεις σε διαδικτυακά φόρουμ, αφήνοντας πίσω του μια σειρά από εξαφανίσεις, εμπορία βρεφών και πτώματα σφραγισμένα σε μεταλλικά βαρέλια.
Από τις αγγελίες των εφημερίδων στην εμπορία βρεφών
Όλα ξεκίνησαν στα μέσα της δεκαετίας του 1980 στο Όβερλαντ Παρκ του Κάνσας, μια ήσυχη και εύπορη περιοχή. Τον Σεπτέμβριο του 1984, η δεκαεννιάχρονη Πόλα Γκόντφρεϊ, ψάχνοντας για εργασία, ανταποκρίθηκε σε μια αγγελία εφημερίδας που υποσχόταν υψηλό μισθό και ταξίδια για τη θέση μιας γραμματέα. Αφού ενημέρωσε τους γονείς της γεμάτη ενθουσιασμό, έφυγε για τη συνέντευξη και δεν επέστρεψε ποτέ. Λίγες ημέρες αργότερα, μια υπογεγραμμένη επιστολή έφτασε στο σπίτι της οικογένειας, υποστηρίζοντας ότι η Πόλα έφευγε για ένα εκπαιδευτικό ταξίδι και ζητούσε να μην την αναζητήσει κανείς. Η αστυνομία, θεωρώντας την ενήλικη, έθεσε την υπόθεση στο αρχείο, χωρίς να γνωρίζει ότι η νεαρή είχε γίνει το πρώτο θύμα του Ρόμπινσον.
Τον Ιανουάριο του 1985, η δεκαεννιάχρονη Λίζα Στέισι, μόνη και άνεργη με ένα βρέφος μόλις τεσσάρων μηνών, την Τίφανι, εντάχθηκε σε ένα πρόγραμμα στήριξης άπορων μητέρων που διαχειριζόταν ο Ρόμπινσον με ψεύτικο όνομα. Μετά από ύποπτα τηλεφωνήματα και πιέσεις να υπογράψει λευκά έγγραφα, η Λίζα εξαφανίστηκε μυστηριωδώς, ενώ η οικογένειά της έλαβε μια παρόμοια υπογεγραμμένη επιστολή. Ο Ρόμπινσον δολοφόνησε τη Λίζα, έκλεψε το βρέφος της και στη συνέχεια πούλησε τη μικρή Τίφανι στον ίδιο του τον αδελφό έναντι πέντε χιλιάδων δολαρίων, παρουσιάζοντάς του πλαστά έγγραφα υιοθεσίας. Ο αδελφός του μεγάλωσε το παιδί για δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια, αγνοώντας πλήρως ότι η θετή του κόρη ήταν παιδί ενός από τα θύματα του αδελφού του.
Η δράση ως «Slave Master» και τα ευρήματα στις αποθήκες του τρόμου
Στα τέλη της δεκαετίας του 1990, ο Ρόμπινσον πέρασε στη νέα ψηφιακή εποχή. Χρησιμοποιώντας το ψευδώνυμο Slave Master σε διαδικτυακά φόρουμ της κοινότητας BDSM, αναζητούσε γυναίκες που υποδύονταν υποτακτικούς ρόλους, υποσχόμενος οικονομική ανεξαρτησία και πολυτελή δώρα με αντάλλαγμα την απόλυτη υποταγή τους. Τον Μάρτιο του 2000, η εξαφάνιση της εικοσιεπτάχρονης Σουέτ Ούτεν κινητοποίησε το FBI. Η μητέρα της, γνωρίζοντας ότι η κόρη της ήταν ανορθόγραφη, αμφισβήτησε αμέσως τις καλογραμμένες επιστολές που έφτασαν στα χέρια της και κατήγγειλε τη σύνδεση της κόρης της με τον Τζον Ρόμπινσον. Οι ομοσπονδιακοί πράκτορες έθεσαν τον ύποπτο υπό παρακολούθηση και τον συνέλαβαν τον Ιούνιο του 2000.
Όταν οι αρχές εισέβαλαν στις ιδιοκτησίες και τις αποθήκες του Ρόμπινσον στο Κάνσας και το Μιζούρι, ήρθαν αντιμέτωπες με ένα θέαμα που ξεπερνούσε κάθε ανθρώπινη φαντασία. Σε μια αποθήκη στο Όβερλαντ Παρκ εντοπίστηκαν δύο μεγάλα μεταλλικά βαρέλια τριακοσίων τριάντα λίτρων. Κατά τη μετακίνησή τους, το ένα βαρέλι άνοιξε ελάχιστα και από μέσα άρχισε να τρέχει αίμα. Μέσα στα βαρέλια αυτά, αλλά και σε άλλα τρία που βρέθηκαν σε δεύτερη αποθήκη στο Μιζούρι, ανασύρθηκαν τα πτώματα συνολικά πέντε γυναικών, ανάμεσα στις οποίες ήταν η Σουέτ Ούτεν, η Σίλα Φέιθ και η παραπληγική δεκαπεντάχρονη κόρη της, Ντέμπι. Ο Ρόμπινσον είχε δολοφονήσει τη μητέρα και το παιδί, συνεχίζοντας να εισπράττει ανενόχλητος τα επιδόματα αναπηρίας του ανήλικου κοριτσιού για έξι ολόκληρα χρόνια μετά τον θάνατό τους.
Η ιστορική καταδίκη του πρώτου serial killer του κυβερνοχώρου
Στο σπίτι του δράστη βρέθηκαν δεκάδες λευκές κόλλες χαρτιού με τις αυθεντικές υπογραφές των θυμάτων του, τις οποίες είχε αποσπάσει πριν τις δολοφονήσει, ώστε να τυπώνει εκ των υστέρων ψευδείς επιστολές προς τις οικογένειές τους και να καθυστερεί τις έρευνες της αστυνομίας. Τον Οκτώβριο του 2002 ξεκίνησε η πολυσυζητημένη δίκη του Τζον Έντουαρντ Ρόμπινσον. Αν και ο ίδιος δήλωνε αθώος, τα αδιάσειστα ψηφιακά και εγκληματολογικά στοιχεία δεν άφησαν κανένα περιθώριο αμφισβήτησης για τη φρίκη που είχε σκορπίσει επί δεκαετίες.
Διαβάστε επίσης
Τον Ιανουάριο του 2003, το δικαστήριο τον καταδίκασε σε ισόβια κάθειρξη για τη δολοφονία της Λίζα Στέισι και σε δύο θανατικές ποινές για τις δολοφονίες των υπόλοιπων γυναικών. Αν και αργότερα παραδέχθηκε την εμπλοκή του και σε άλλους φόνους, αρνήθηκε να αποκαλύψει τα σημεία όπου είχε θάψει τα υπόλοιπα θύματά του, παίρνοντας τα μυστικά αυτά μαζί του. Ο Τζον Ρόμπινσον παραμένει φυλακισμένος ως θανατοποινίτης στο σωφρονιστικό ίδρυμα Ελ Ντοράντο στο Κάνσας, αποτελώντας την πρώτη και πλέον ζοφερή υπενθύμιση των κινδύνων που κρύβει η ανωνυμία του ψηφιακού κόσμου.






0 ΣΧΟΛΙΑ