Σκότωσε, έφαγε τη συμφοιτήτριά του και έγινε σταρ της ποπ κουλτούρας: Η ανατριχιαστική υπόθεση του «κανίβαλου influencer»

Υπάρχουν ιστορίες εγκλήματος που ξεπερνούν ακόμη και το πιο νοσηρό σενάριο ταινίας τρόμου. Όμως, η υπόθεση του Ιάπωνα Ισέι Σαγκάβα (Issei Sagawa) δεν είναι απλώς μια ιστορία φόνου. Είναι ένα σκοτεινό, υπαρξιακό θρίλερ και ταυτόχρονα μια κοινωνική παρωδία. Πρόκειται για την αληθινή ιστορία ενός ανθρώπου που ομολόγησε ότι δολοφόνησε και κατανάλωσε τη σάρκα μιας συμφοιτήτριάς του στο Παρίσι, αλλά αντί να περάσει το υπόλοιπο της ζωής του στη φυλακή, αποφυλακίστηκε λόγω νομικών παραθύρων, επέστρεψε στην πατρίδα του και μετατράπηκε σε διάσημη προσωπικότητα, συγγραφέα best-seller, τηλεοπτικό περσόνα, ακόμα και… ηθοποιό.
Όπως αποκαλύπτει η εκπομπή αληθινών ιστοριών εγκλήματος «TOM and CHILL», η διαδρομή του Σαγκάβα αποτελεί ένα από τα πιο σοκαριστικά παραδείγματα του πώς η δημοσιότητα και τα χρήματα μπορούν να διαστρεβλώσουν τη δικαιοσύνη.
Τα δύσκολα παιδικά χρόνια και η σκοτεινή εμμονή
Ο Ισέι Σαγκάβα γεννήθηκε στις 26 Απριλίου 1949 στην Ιαπωνία μέσα σε μια ιδιαίτερα εύπορη οικογένεια, καθώς ο πατέρας του ήταν ισχυρός πρόεδρος μεγάλης εταιρείας χημικών (Kurita). Η γέννησή του ήταν πρόωρη —μόλις στον 7ο μήνα— μετά από ατύχημα της μητέρας του, με αποτέλεσμα ο μικρός Ισέι να είναι τόσο μικροσκοπικός που χωρούσε στην παλάμη του πατέρα του.
Σε βρεφική ηλικία υπέστη σοβαρή εντερίτιδα, η οποία του άφησε ως κληρονομιά μια εξαιρετικά αδύναμη, φιλάσθενη κράση και βαθιές σωματικές ανασφάλειες.
Ωστόσο, το σημείο μηδέν για τη διαστροφή του τοποθετείται σε ένα αθώο παιδικό παιχνίδι. Ο θείος του έπαιζε συχνά με τα αδέλφια Σαγκάβα ένα παιχνίδι που ονομαζόταν «Ο Κανίβαλος Γίγαντας», κυνηγώντας τα παιδιά μέσα στο σπίτι και προσποιούμενος ότι τα βάζει σε ένα τσουκάλι για να τα μαγειρέψει. Χρόνια αργότερα, ο Σαγκάβα ομολόγησε πως κατά τη διάρκεια αυτού του παιχνιδιού ένιωθε μια πρωτόγνωρη ηδονή, μια «έκσταση» που ξύπνησε μέσα του μια ανεξέλεγκτη, νοσηρή επιθυμία.
Στην εφηβεία, ενώ οι σεξουαλικές ορμές του φούντωναν, η παντελής απουσία σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης στην οικογένειά του τον οδήγησε σε ακραίες, παραμορφωμένες φαντασιώσεις. Αντί για φυσιολογική ερωτική έλξη, ο Σαγκάβα ανέπτυξε μια εμμονή με ψηλές, δυναμικές, ξανθές δυτικές γυναίκες. Όπως δήλωσε αργότερα, δεν ήθελε απλώς να συνευρεθεί μαζί τους· ήθελε να καταναλώσει τη σάρκα τους για να «απορροφήσει» τη ζωντάνια και τη δύναμή τους.
Η πρώτη απόπειρα στο Τόκιο και η συγκάλυψη
Το 1973, σε ηλικία 24 ετών, ενώ σπούδαζε αγγλική φιλολογία στο Τόκιο, ο Σαγκάβα εντόπισε μια ψηλή Γερμανίδα καθηγήτρια. Αφού την παρακολουθούσε επί εβδομάδες, παραβίασε το παράθυρο του διαμερίσματός της την ώρα που εκείνη κοιμόταν.
Κρατώντας μια ομπρέλα, προσπάθησε να την ανατρέψει αναίσθητη με σκοπό να της αποκόψει κομμάτι σάρκας. Όμως, η γυναίκα ξύπνησε, αντέδρασε σθεναρά λόγω της σωματικής της υπεροχής, τον ακινητοποίησε και κάλεσε την αστυνομία.
Ο Σαγκάβα συνελήφθη με την κατηγορία της απόπειρας βιασμού. Ωστόσο, ο πλούσιος πατέρας του επενέβη αμέσως. Πλήρωσε ένα τεράστιο χρηματικό ποσό ως αποζημίωση στο θύμα, η κατηγορία αποσύρθηκε και ο Σαγκάβα γλίτωσε τη φυλακή. Αντί να σωφρονιστεί, η ατιμωρησία αυτή του άνοιξε τον δρόμο για το επόμενο, μοιραίο βήμα.
Παρίσι 1981: Το φρικιαστικό έγκλημα στη Σορβόννη
Το 1977 ο Σαγκάβα μετακομίζει στο Παρίσι για να πραγματοποιήσει διδακτορικό στη συγκριτική λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης. Εκεί γνωρίζει τη 25χρονη Ολλανδή συμφοιτήτριά του, Ρενέ Χάρτεβελτ (Renée Hartevelt), μια πανέμορφη, ψηλή (1,78 μ.) και ευγενική κοπέλα.
Ο Σαγκάβα την πλησιάζει προσφέροντάς της αμοιβή για να του κάνει ιδιαίτερα μαθήματα γερμανικών. Σύντομα αναπτύσσουν μια ειλικρινή φιλία, βγαίνοντας μαζί για φαγητό και θέατρο.
Στις 11 Ιουνίου 1981, ο Σαγκάβα προσκαλεί τη Ρενέ στο διαμέρισμά του με την πρόφαση να του διαβάσει γερμανική ποίηση για μια μαγνητοφώνηση. Αφού της προσφέρει δείπνο και ποτό, η Ρενέ κάθεται στο γραφείο και αρχίζει να διαβάζει.
Ενώ εκείνη έχει την πλάτη της στραμμένη, ο Σαγκάβα βγάζει ένα περίστροφο και την πυροβολεί εν ψυχρώ στον αυχένα, σκοτώνοντάς την ακαριαία.
Αυτό που ακολούθησε τις επόμενες 48 ώρες ξεπερνά κάθε ανθρώπινο νου:
- Ο Σαγκάβα ακρωτηρίασε το πτώμα της Ρενέ, αφαιρώντας κομμάτια σάρκας από τους γλουτούς, τα μπούτια και το στήθος.
- Μαγείρεψε τη σάρκα της με διάφορους τρόπους (ωμή, ψητή, βραστή), δηλώνοντας αργότερα πως η γεύση της «έμοιαζε με άψητο τόνο και έλιωνε στο στόμα».
- Φωτογράφισε το διαμελισμένο σώμα και κοιμήθηκε δίπλα στο πτώμα της.
Η σύλληψη στο πάρκο Bois de Boulogne και το νομικό παράδοξο
Δύο ημέρες μετά, όταν το πτώμα άρχισε να αποσυντίθεται, ο Σαγκάβα τοποθέτησε τα μέλη της άτυχης κοπέλας σε δύο μεγάλες, βαριές βαλίτσες. Πήρε ταξί και κατευθύνθηκε στο τεράστιο πάρκο Bois de Boulogne στο Παρίσι με σκοπό να τις πετάξει στη λίμνη.
Λόγω του μικρού του σωματότυπου, αδυνατούσε να σηκώσει τις βαλίτσες και τις έσερνε στο χώμα, τραβώντας την προσοχή των περαστικών. Όταν ένας άνδρας τον πλησίασε υποψιασμένος, ο Σαγκάβα πανικοβλήθηκε και τράπηκε σε φυγή. Ο περασμένος άνοιξε τη μία βαλίτσα και αντίκρισε τα ματωμένα μέλη της Ρενέ.
Η γαλλική αστυνομία εντόπισε γρήγορα τον ταξιτζή που είχε μεταφέρει τον Σαγκάβα και τον συνελήφθη στο διαμέρισμά του, όπου βρέθηκαν εναπομείναντα τμήματα σάρκας στον καταψύκτη. Ο ίδιος ομολόγησε τα πάντα χωρίς καμία συστολή.
Πώς όμως έμεινε ελεύθερος;
Ο πατέρας του μίσθωσε τους ισχυρότερους δικηγόρους. Μετά από δύο χρόνια προφυλάκισης, οι Γάλλοι ψυχίατροι έκριναν τον Σαγκάβα «νομικά παράφρονα» και ανίκανο να δικαστεί. Εισήχθη σε γαλλικό ψυχιατρείο.
Ωστόσο, η κατακραυγή της γαλλικής κοινής γνώμης ώθησε τις αρχές να τον απελάσουν πίσω στην Ιαπωνία το 1984. Εκεί, οι Ιάπωνες γιατροί τον υπέβαλαν σε νέες εξετάσεις και κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι δεν ήταν τρελός, αλλά διαβολικά κακός.
Όταν η Ιαπωνία ζήτησε τα δικαστικά έγγραφα από τη Γαλλία για να τον δικάσει εκ νέου, η γαλλική κυβέρνηση —θεωρώντας την υπόθεση εκδικασμένη— αρνήθηκε να τα αποστείλει! Χωρίς στοιχεία στα χέρια τους, οι ιαπωνικές αρχές υποχρεώθηκαν να τον αφήσουν απόλυτα ελεύθερο στις 12 Αυγούστου 1986.
Διαβάστε επίσης
Η μετατροπή του εγκληματία σε Pop Icon
Η επιστροφή του Σαγκάβα στην ελευθερία συνοδεύτηκε από μια νοσηρή λατρεία της δημοσιότητας. Στην Ιαπωνία έγινε διασημότητα:
- Έγραψε περισσότερα από 20 βιβλία, συμπεριλαμβανομένου του best-seller «In the Fog», περιγράφοντας με λεπτομέρειες το έγκλημά του.
- Εμφανιζόταν τακτικά σε τηλεοπτικές εκπομπές, ντοκιμαντέρ και podcasts.
- Εργάστηκε ως κριτικός εστιατορίων (!), ζωγράφος, ακόμα και ως ηθοποιός σε ταινίες ενηλίκων.
- Το συγκρότημα Rolling stones αναφέρθηκε σε αυτόν στο τραγούδι «Too Much Blood».
Ο Σαγκάβα εξαργύρωσε τον τίτλο του «Κανίβαλου» μέχρι τα βαθιά του γεράματα. Σε συνέντευξή του το 2009, παραδέχθηκε απροκάλυπτα ότι οι κανιβαλικές του ορμές δεν είχαν σβήσει ποτέ.
Το τέλος του ήρθε στις 24 Νοεμβρίου 2022, σε ηλικία 73 ετών, όταν πέθανε από πνευμονία σε νοσοκομείο του Τόκιο, παραπληγικός από εγκεφαλικό, αφήνοντας πίσω του μια από τις πιο σκοτεινές και προκλητικές κληρονομιές στην ιστορία του παγκόσμιου εγκλήματος.






0 ΣΧΟΛΙΑ