ΑΡΧΙΚΗ VIDEO

«Μας πιάνουν κορόιδα»: Η μεγάλη απάτη με το ελαιόλαδο και γιατί το ελληνικό προϊόν «μένει στο ράφι»!

«Μας πιάνουν κορόιδα»: Η μεγάλη απάτη με το ελαιόλαδο και γιατί το ελληνικό προϊόν «μένει στο ράφι»!
Αποκάλυψη
Athensmagazine Ορίστε μας ως προτεινόμενη πηγή ειδήσεων στο Google

Σε μια κατάσταση πρωτοφανούς απόγνωσης έχουν περιέλθει οι Έλληνες ελαιοπαραγωγοί, οι οποίοι βλέπουν τον «πράσινο χρυσό» της χώρας να παραμένει απούλητος στις αποθήκες τους, την ώρα που οι τιμές στην αγορά έχουν καταρρεύσει. Οι παραγωγοί καταγγέλλουν ότι το προϊόν τους δεν μπορεί να διατεθεί ούτε καν στη συμβολική τιμή των 2,5 ευρώ το κιλό.

«Αδικία παντού»: Η καταγγελία για την αγορά και τις ελληνοποιήσεις

Η οργή των παραγωγών ξεχειλίζει, καθώς υποστηρίζουν ότι το ελληνικό ελαιόλαδο δεν αντιμετωπίζεται με τον δέοντα σεβασμό, ενώ υπάρχουν σοβαρές υπόνοιες για αθέμιτες πρακτικές στην αγορά.

Οι παραγωγοί καταγγέλλουν ότι το ελαιόλαδο που παράγουν «πνίγεται» στην αδιαφάνεια, καθώς υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο ανάμιξης ελληνικού λαδιού με εισαγόμενα προϊόντα χαμηλότερης ποιότητας, τα οποία στη συνέχεια διατίθενται στην αγορά ως «ελληνικά».

Οι ίδιοι επισημαίνουν ότι το πρόβλημα δεν είναι μόνο η τιμή, αλλά και η έλλειψη στήριξης, με το προϊόν να μένει απούλητο από την περίοδο των Χριστουγέννων.

Η μεγάλη αντίθεση: Τιμή παραγωγού vs Τιμή ραφιού

Το χάσμα μεταξύ της τιμής που λαμβάνει ο παραγωγός και της τιμής που καλείται να πληρώσει ο καταναλωτής παραμένει χαοτικό.

Ενώ το εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο στα ράφια των σούπερ μάρκετ εξακολουθεί να πωλείται σε υψηλές τιμές, αγγίζοντας τα 9,5 ευρώ το λίτρο, οι παραγωγοί αδυνατούν να βρουν αγοραστές ακόμη και στα 3,70 ευρώ το κιλό για την ίδια ποιότητα.

Η κατάσταση επιδεινώνεται για ελαιόλαδα με ελαφρώς υψηλότερη οξύτητα, τα οποία διατίθενται σε ακόμη χαμηλότερες τιμές, χωρίς ωστόσο να υπάρχει καμία ανταπόκριση από την αγορά.

Οι παραγωγοί ζητούν άμεσα την παρέμβαση των αρμόδιων αρχών, καταγγέλλοντας ότι οι έλεγχοι είναι ελλιπείς και ότι ο κλάδος οδηγείται σε αφανισμό, με τα αποθέματα να παραμένουν στις αποθήκες και τα έξοδα να συνεχίζουν να τρέχουν.

Ελαιόλαδο: Πώς τα «λαμόγια» κάνουν τεχνητή έλλειψη για να ανεβαίνει η τιμή;

Οι παραγωγοί ελαιολάδου εφαρμόζουν πρακτικές τεχνητής έλλειψης, για να διατηρούν υψηλά τις τιμές, σύμφωνα με την Επιτροπή Ανταγωνισμού. Κρατούν το λάδι στις αποθήκες και το ρίχνουν σταδιακά στην αγορά. Στη διατήρηση υψηλών τιμών συμβάλλουν, επίσης, η υψηλή ζήτηση η κατά κεφαλήν κατανάλωση στην Ελλάδα είναι η υψηλότερη παγκοσμίωςκαι η εξαγωγή χύμα ελαιολάδου στην Ιταλία.

Εφαρμογή πρακτικών τεχνητής έλλειψης με στόχο την αύξηση των τιμών διαπιστώνει στην ελληνική αγορά ελαιολάδου ερευνητική μελέτη της Επιτροπής Ανταγωνισμού, η οποία εξετάζει την αλληλεξάρτηση των τιμών παραγωγών μεταξύ Ελλάδας, Ισπανίας και Ιταλίας, των τριών δηλαδή μεγαλύτερων ελαιοπαραγωγών χωρών της Ευρώπης. Το παραπάνω φαινόμενο εντοπίζεται ειδικά εάν την προηγούμενη χρονιά υπήρχε μεγάλη αύξηση των τιμών, για παράδειγμα λόγω μειωμένης παραγωγής. Οι παραγωγοί διστάζουν να πουλήσουν με την προσδοκία υψηλότερων τιμών, παρά το γεγονός ότι μπορεί να υπάρχει στην πραγματικότητα επάρκεια προϊόντος.

Τι αναφέρουν τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ;

Αξίζει να σημειωθεί ότι σύμφωνα με τα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ) αν και η τιμή λιανικής του ελαιολάδου ήταν στα τέλη του 2023 αυξημένη κατά 58,50%, στα τέλη του 2024 είχε υποχωρήσει μόλις κατά 0,58%, ενώ η μεγαλύτερη πλέον μείωση έγινε το 2025, με την τιμή του ελαιολάδου τον Δεκέμβριο του 2025 να είναι χαμηλότερη κατά 34% σε σύγκριση με ένα χρόνο πριν. Πάντως, σε καμία περίπτωση η τιμή λιανικής δεν επέστρεψε στα προ του 2023 επίπεδα, ενώ η σωρευτική αύξηση της τιμής την τελευταία πενταετία είναι 57,17%.

Ελαιόλαδο
Φωτογραφία unplash

Επιπλέον, σύμφωνα με την ίδια μελέτη, οι παραγωγοί ελαιολάδου στην Ελλάδα τείνουν να κρατούν στις αποθήκες το προϊόν, βγάζοντάς το στην αγορά σταδιακά, αναλόγως με τις δικές τους οικονομικές ανάγκες, αντί να αντιδρούν άμεσα στις διακυμάνσεις τιμών της διεθνούς αγοράς. «Το παραπάνω δημιουργεί μια καθυστερημένη αντίδραση στις διακυμάνσεις της αγοράς», κάτι, βεβαίως, που στη συνέχεια μπορεί να δημιουργεί και ασυμμετρίες στην αγορά λιανικής.

Σημαντική εγχώρια κατανάλωση

Ενα άλλο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της εγχώριας αγοράς που ερμηνεύει την ανελαστική προσφορά είναι, σύμφωνα με τη μελέτη, η σημαντική εγχώρια κατανάλωση ελαιολάδου και οι πολλοί μικροί παραγωγοί. Τι ακριβώς συμβαίνει; Η κατά κεφαλήν κατανάλωση ελαιολάδου στην Ελλάδα είναι η υψηλότερη παγκοσμίως και ένα σημαντικό μέρος της παραγωγής καταλήγει στην οικιακή κατανάλωση ή στο ευρύτερο οικογενειακό φιλικό περιβάλλον. Ετσι, ακόμη και εάν υπάρχει μία κρίση στις τιμές λόγω ξαφνικής αύξησης της διεθνούς ζήτησης, οι πολλοί μικροί παραγωγοί είτε δεν μπορούν είτε δεν θέλουν να αυξήσουν την προσφορά τους στην αγορά.

Δημοσίευμα Καθημερινή
Δημοσίευμα Καθημερινή

Τόσο τα παραπάνω όσο και το γεγονός ότι πολύ μεγάλο μέρος της εγχώριας παραγωγής εξάγεται χύμα στην Ιταλία προς εμφιάλωση και τυποποίηση από τη γείτονα, μπορεί να οδηγούν σε αύξηση των τιμών, χωρίς αυτό να εξηγείται κατ’ ανάγκην από την πραγματική εγχώρια ζήτηση και παραγωγή.

Πάνω από το ήμισυ της ελληνικής παραγωγής ελαιολάδου, έξτρα παρθένου και παρθένου, εξάγεται με τις μεγαλύτερες ποσότητες (πάνω από το 60%) να έχουν προορισμό την Ιταλία. Η τελευταία όμως εισάγει ακόμη μεγαλύτερες ποσότητες ελαιολάδου από την Ισπανία. Ετσι, η τιμή που είναι διατεθειμένοι κάθε φορά να πληρώνουν οι Ιταλοί για το ελληνικό ελαιόλαδο εξαρτάται από την τιμή που έχουν δώσει για να αγοράσουν το ισπανικό. Εάν μια ξηρασία πλήξει την ισπανική παραγωγή και ανεβούν οι τιμές, θα συμπαρασύρουν και το ελληνικό ελαιολάδο, ακόμη και αν η παραγωγή στην Ελλάδα είναι μεγάλη, επιβαρύνοντας, βεβαίως, και τους Ελληνες καταναλωτές.

Φωτογραφία pexels

Την περίοδο 2024/2025 η παραγωγή της Ελλάδας, σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία του Διεθνούς Συμβουλίου Ελαιολάδου, εκτιμάται σε 250.000 τόνους από 192.000 τόνους την περίοδο 2023/2024, ενώ την περίοδο 2025/2026 προβλέπεται μειωμένη παραγωγή στην Ελλάδα κατά 12%, στους 220.000 τόνους. Μείωση της παραγωγής, αλλά πολύ μικρότερη, της τάξης του 3% προβλέπεται και για την Ισπανία.

Η μελέτη εκπονήθηκε από την Ιωάννα Χριστοδουλάκη και τον Αθανάσιο Δήμα (τμήμα Χαρτογράφησης Αγορών και Ερευνας της Ε.Α.), σε συνεργασία με τους καθηγητές του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων και του Εργαστηρίου Εφαρμογών Πληροφορικής και Υπολογιστικών Οικονομικών (ΕΕΠΥΟ) Δημήτριο Παναγιώτου και Αθανάσιο Σταυρακούδη.

0 ΣΧΟΛΙΑ

Προσθήκη Σχόλιου