Βόμβα στην υπόθεση Μουρτζούκου: Η μητέρα της ζητά 500.000 ευρώ από το Ελληνικό Δημόσιο – Αυτός είναι ο λόγος

Νέες διαστάσεις αποκτά η πολύκροτη υπόθεση της Ειρήνης Μουρτζούκου, καθώς η μητέρα της, Καλλιόπη Αναγνωστοπούλου, στρέφεται πλέον κατά του Ελληνικού Δημοσίου, διεκδικώντας αποζημίωση ύψους 500.000 ευρώ για όσα, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, υπέστη εξαιτίας των αρχικών ιατροδικαστικών πορισμάτων που αφορούσαν τους θανάτους των δύο εγγονών της.
Αγωγή 500.000 ευρώ κατά του Δημοσίου από τη μητέρα της
Σύμφωνα με την εφημερίδα «ΜΠΑΜ» στο Ρεπορτάζ της Κυριακής, η αγωγή έχει κατατεθεί στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών και επικεντρώνεται στις πρώτες ιατροδικαστικές εκθέσεις, οι οποίες είχαν αποδώσει τους θανάτους των δύο βρεφών σε παθολογικά αίτια. Η ενάγουσα υποστηρίζει ότι οι συγκεκριμένες γνωματεύσεις αποδείχθηκαν λανθασμένες μετά τις μεταγενέστερες επιστημονικές πραγματογνωμοσύνες, γεγονός που – όπως αναφέρει – καθυστέρησε σημαντικά την αποκάλυψη της πραγματικής διάστασης της υπόθεσης. Στο πολυσέλιδο δικόγραφο γίνεται αναφορά στις ενέργειες των αρμόδιων κρατικών υπηρεσιών και ειδικότερα των ιατροδικαστικών αρχών, τις οποίες η Καλλιόπη Αναγνωστοπούλου θεωρεί υπεύθυνες για σοβαρές παραλείψεις κατά τη διερεύνηση των δύο θανάτων.
Χαρακτηριστικά στην αγωγή αναφέρεται: «Αντικείμενο της παρούσας αγωγής αποτελεί η επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως, ύψους πεντακοσίων χιλιάδων ευρώ (500.000€), λόγω της ανείπωτης ηθικής βλάβης και της βαθύτατης ψυχικής οδύνης που υπέστην εξαιτίας των παράνομων, υπαίτιων και όλως αμελών πράξεων και παραλείψεων των οργάνων του εναγομένου, τα οποία εξέδωσαν όλως εσφαλμένες ιατροδικαστικές εκθέσεις παθολογικών αιτιών θανάτου, συσκοτίζοντας τον βίαιο, ασφυκτικό μηχανισμό θανάτου των δύο ανηλίκων εγγονών μου». Η ίδια αποδίδει σημαντικές ευθύνες στους δύο ιατροδικαστές που είχαν συντάξει τις αρχικές εκθέσεις, υποστηρίζοντας ότι υπήρχαν στοιχεία τα οποία δεν αξιολογήθηκαν σωστά κατά την πρώτη διερεύνηση των περιστατικών.
Όπως αναφέρεται στο δικόγραφο: «τα κρατικά όργανα, επιλαμβανόμενα της υψίστης σημασίας δημόσιας λειτουργίας της νεκροψιακής-νεκροτομικής διερεύνησης βρεφικών θανάτων, επέδειξαν πρωτάκουστη αμέλεια, η οποία αγγίζει τα όρια της ενσυνείδητης αδιαφορίας». Η μητέρα της Ειρήνης Μουρτζούκου υποστηρίζει ακόμη ότι, εάν από την πρώτη υπόθεση είχε διαπιστωθεί διαφορετική αιτία θανάτου, οι διωκτικές και δικαστικές αρχές θα είχαν κινηθεί άμεσα, με αποτέλεσμα – κατά την άποψή της – να είχε αποτραπεί ο δεύτερος θάνατος. Στην αγωγή σημειώνεται χαρακτηριστικά: «Τότε, ο βίαιος, ασφυκτικός μηχανισμός θανάτου του πρώτου παιδιού θα είχε αποκαλυφθεί αμέσως. Η φυσική μητέρα Ειρήνη Μουρτζούκου θα είχε συλληφθεί, θα της είχε ασκηθεί ποινική δίωξη και θα είχε οδηγηθεί στη φυλακή».
Παράλληλα προστίθεται: «Το σφάλμα της Πάτρας προκάλεσε άμεσα τη δυνατότητα τέλεσης του εγκλήματος της Αθήνας. Η εσφαλμένη ιατροδικαστική έκθεση περί “παθολογικού θανάτου” επέτρεψε να παραμείνει ελεύθερη και να πραγματοποιηθεί το δεύτερο έγκλημα». Σύμφωνα με όσα υποστηρίζει η ενάγουσα, η δεύτερη ιατροδικαστική γνωμάτευση, που συντάχθηκε μετά τον θάνατο της μικρής Μαρίας – Φρειδερίκης, συνέχισε να ενισχύει την εικόνα ότι οι θάνατοι προέρχονταν από φυσικά αίτια, κάτι που, κατά την ίδια, συνέβαλε στην καθυστέρηση της συνολικής διερεύνησης της υπόθεσης.
Στην αγωγή γίνεται εκτενής αναφορά και στις μεταγενέστερες πραγματογνωμοσύνες πανεπιστημιακών επιστημόνων, οι οποίες, σύμφωνα με το περιεχόμενο του δικογράφου, κατέληξαν σε διαφορετικά συμπεράσματα από εκείνα των αρχικών ιατροδικαστικών εκθέσεων. Ειδική μνεία γίνεται στις αξιολογήσεις που αφορούσαν τόσο τη διάμεση πνευμονίτιδα όσο και τη διάγνωση περί επιληψίας, οι οποίες, όπως υποστηρίζεται, δεν επαρκούσαν για να εξηγήσουν τους θανάτους των δύο βρεφών.
Η Καλλιόπη Αναγνωστοπούλου περιγράφει ακόμη ότι επί μεγάλο χρονικό διάστημα πίστευε απόλυτα τις επίσημες κρατικές γνωματεύσεις και θεωρούσε πως η οικογένειά της είχε πληγεί από κάποια άγνωστη παθολογική ή γενετική αιτία. Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά: «Να συμβιώνω ανυποψίαστη κάτω από την ίδια στέγη, στο ίδιο σπίτι, με τη δολοφόνο των ίδιων μου των εγγονών, να την παρηγορώ ως “τεθλιμμένη μητέρα” και να τη στηρίζω ψυχολογικά και να συμμερίζομαι τον πόνο της, αγνοώντας πλήρως την πραγματικότητα».
Στο ίδιο δικόγραφο γίνεται αναφορά και σε περιστατικό που, όπως υποστηρίζει, τη σημαδεύει μέχρι σήμερα: «Να γίνομαι μάρτυρας των προθανάτιων επεισοδίων του δεύτερου παιδιού, όπως στις 14.9.2023 που βρήκα το μωρό ημιλιπόθυμο κάτω από τη βρύση, χωρίς να δύναμαι να αντιληφθώ τον κίνδυνο, διότι η επίσημη Ιατροδικαστική Υπηρεσία του κράτους με είχε διαβεβαιώσει ότι ο πρώτος θάνατος οφειλόταν σε παθολογική πνευμονίτιδα». Η ίδια υποστηρίζει ότι οι επίσημες διαβεβαιώσεις των αρμόδιων υπηρεσιών την οδήγησαν στο να αποκλείσει οποιαδήποτε σκέψη περί εγκληματικής ενέργειας, γεγονός που – όπως αναφέρει – επιβάρυνε ακόμη περισσότερο τη μετέπειτα ψυχολογική της κατάσταση. Παράλληλα, περιγράφει πως επί δύο και πλέον χρόνια ζούσε με την πεποίθηση ότι μια άγνωστη ασθένεια ευθυνόταν για τις αλλεπάλληλες τραγωδίες που βίωσε η οικογένειά της.
Στην αγωγή σημειώνει: «Με καταδίκασαν στην παρατεταμένη ψυχική φθορά και στην πλάνη, να πιστεύω ακράδαντα ότι στην οικογένειά μας υφίστατο κάποια άγνωστη κατάρα γονιδιακής ή παθολογικής φύσεως που αφαιρούσε τη ζωή των βρεφών, βιώνοντας καθημερινό τρόμο και ενοχές». Αναφερόμενη στις εξελίξεις που ακολούθησαν, υποστηρίζει ότι οι μεταγενέστερες πραγματογνωμοσύνες, αλλά και η ομολογία της κόρης της, προκάλεσαν ένα νέο ισχυρό ψυχικό πλήγμα. Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά: «η επώδυνη αποκάλυψη της αλήθειας το έτος 2025, μέσω των πανεπιστημιακών πραγματογνωμοσυνών και της ομολογίας της κόρης μου, προκάλεσε ένα δευτερογενές, ολέθριο ψυχικό σοκ».
Επιπλέον, προσθέτει: «η συνειδητοποίηση ότι το κράτος, μέσω των οργάνων του, άφησε ελεύθερη μια παιδοκτόνο εντός της οικίας μου, με αποτέλεσμα να εξολοθρευτεί και το δεύτερο εγγόνι μου, μου προκαλεί αβάσταχτες τύψεις, οργή και πλήρη απώλεια εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς της πολιτείας», ενώ προσθέτει πως «η πρόσθετη αυτή ψυχική ταλαιπωρία και ηθική μείωση τελεί σε άμεσο αιτιώδη σύνδεσμο με το πταίσμα της υπηρεσίας των ιατροδικαστών και πρέπει να αποζημιωθεί αυτοτελώς».






0 ΣΧΟΛΙΑ