ΑΡΧΙΚΗ LIFESTYLE

Βασίλης Μπισμπίκης: «Δεν πιστεύω στον Θεό» — Μια καθηλωτική εξομολόγηση για τα ναρκωτικά, την αναρχία, το περιθώριο και την «ανθρωποφαγία» της τηλεόρασης

Βασίλης Μπισμπίκης: «Δεν πιστεύω στον Θεό» — Μια καθηλωτική εξομολόγηση για τα ναρκωτικά, την αναρχία, το περιθώριο και την «ανθρωποφαγία» της τηλεόρασης
Αποκάλυψε τα «πιστεύω» του ο Βασίλης Μπισμπίκης
Athensmagazine Ορίστε μας ως προτεινόμενη πηγή ειδήσεων στο Google

Μια συγκλονιστική, ωμή και πέρα για πέρα αληθινή συνέντευξη παραχώρησε ο Βασίλης Μπισμπίκης στην εκπομπή «FACES» και τη δημοσιογράφο Εύη Φραγκάκη, προχωρώντας σε αποκαλύψεις που θα συζητηθούν. Ο γνωστός ηθοποιός και σκηνοθέτης, σε μια σπάνια κατάθεση ψυχής μέσα από έναν βιομηχανικό χώρο που θυμίζει το θεατρικό του καταφύγιο, μίλησε χωρίς περιστροφές για τη θρησκεία, το σκοτεινό του παρελθόν, τη μάχη με τις ουσίες και την προσωπική του φιλοσοφία για τη ζωή και την τέχνη.

«Δεν πιστεύω στον Θεό, ήμουν απλώς τυχερός»

Αναφερόμενος στην πολυτάραχη πορεία του και στο πώς κατάφερε να επιβιώσει από τις πιο επικίνδυνες «στροφές» της ζωής του, ο ΒασίLifης Μπισμπίκης ξεκαθάρισε με απόλυτη ειλικρίνεια τη στάση του απέναντι στο θείο: «Δεν πιστεύω και σε Θεό για να σου πω ότι με βοήθησε ο Θεός ή κάτι τέτοιο, οπότε τυχερός θα πω».

Με αυτή τη δήλωση-καταπέλτη, ο δημιουργός εξήγησε ότι η σωτηρία του από τα γρανάζια του περιθωρίου δεν ήταν αποτέλεσμα κάποιας θεϊκής παρέμβασης, αλλά συγκυριών, τύχης και της δικής του εσωτερικής ανάγκης να βρει διέξοδο μέσα από την τέχνη του θεάτρου.

Από την αναρχία και τη φυγή στα 15, στον κόσμο των ουσιών

Το νήμα της αλυσίδας της ζωής του άρχισε να ξετυλίγεται από πολύ νωρίς. Όπως αποκάλυψε, στην ευαίσθητη ηλικία των 15 ετών πήρε την απόφαση να φύγει από το Λουτράκι. Μέχρι τότε, η σχέση του με το εκπαιδευτικό σύστημα ήταν εκρηκτική. Πήγε σχολείο μέχρι την Γ’ Γυμνασίου και μετά, ως ένα εξαιρετικά ανήσυχο παιδί, δεν έβρισκε χώρο στα σχολεία της Κορινθίας, από όπου τον απέβαλλαν συστηματικά, με τον ίδιο να μην τους δέχεται αλλά ούτε και εκείνοι αυτόν.

Η εφηβεία του σημαδεύτηκε από έντονα πολιτικά και κοινωνικά ερεθίσματα. Διάβαζε πολύ, κυρίως εξωσχολικά βιβλία, επηρεασμένος από τον κομμουνιστή παππού του, ενώ γρήγορα στράφηκε σε αναγνώσματα που αφορούσαν τον αναρχισμό, υιοθετώντας την πεποίθηση ότι το σχολείο μπορεί να του κάνει κακό.

Η φυγή από το σπίτι τον οδήγησε κατευθείαν στον σκληρό κόσμο της νύχτας και της επιβίωσης, όπου αναγκάστηκε να δουλέψει σε σκληρές συνθήκες. Μιλώντας για εκείνη την περίοδο, ο Βασίλης Μπισμπίκης προχώρησε σε μια συγκλονιστική παραδοχή για τα συναισθήματά του: «Μπήκα σε έναν πόλεμο που έπρεπε να φορέσω πανοπλίες, να πάρω πυρομαχικά, να σκληρύνω και ουσιαστικά να μουδιάσω τα συναισθήματά μου με ουσίες για να μπορέσω να αντεπεξέλθω σε αυτή τη ζωή που ζούσα».

Παράλληλα, διευκρίνισε ότι η οικογένειά του είχε τεράστια ανησυχία και αγωνία για εκείνον, χωρίς ωστόσο η δική του παραβατικότητα να πηγάζει από ένα προβληματικό οικογενειακό περιβάλλον, καθώς οι γονείς του είναι μαζί αγαπημένοι για 40-50 χρόνια και δεν βίωσε ποτέ σκηνικά ενδοοικογενειακής βίας.

(ΣΩΤΗΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ / EUROKINISSI)

Το θέατρο ως «ντόπα» και η ψυχανάλυση που τον έσωσε

Η μεγάλη ανατροπή ήρθε όταν το θέατρο μπήκε στη ζωή του ως σανίδα σωτηρίας. Όπως εξηγεί, χρησιμοποίησε την υποκριτική ως «ντόπα» για να αντικαταστήσει τους προηγούμενους εθισμούς του, την ορμή της νύχτας και το περιθώριο. Για τέσσερα χρόνια κλείστηκε στη σχολή της Μαίρης Βογιατζή Τράγκα στα Εξάρχεια, όπου κοιμόταν και ζούσε εκεί μέσα επί 24ώρου βάσεως, μπαίνοντας στον χώρο με απόλυτη μανία.

Παρ’ όλα αυτά, το γεγονός ότι δεν είχε τελειώσει το Λύκειο του στάθηκε εμπόδιο σε πρακτικό επίπεδο, καθώς δεν μπόρεσε ποτέ να δώσει εξετάσεις στη σχολή του Εθνικού Θεάτρου, κάτι που τότε τον είχε στενοχωρήσει πολύ.

Η πορεία προς την αυτογνωσία, όμως, απαιτούσε βαθύτερες τομές. Ο Βασίλης Μπισμπίκης αποκάλυψε ότι έχει κάνει 9 χρόνια ψυχανάλυση, μια διαδικασία που ξεκίνησε όταν ένιωσε ότι «έπρεπε να φτάσει στο βάθος, στον πάτο», ώστε να ζητήσει τη βοήθεια ειδικού. Η ψυχοθεραπεία τον βοήθησε καθοριστικά να ανακαλύψει τον εαυτό του, να δει τι αγαπούσε και τι κατέστρεφε, και να ξεκινήσει μια πορεία συμφιλίωσης με τον «Βασίλη», τον οποίο, όπως εξομολογείται, «το τελευταίο καιρό τον αγαπάει αρκετά».

«Η τηλεόραση δεν ψυχαγωγεί, καλλιεργεί την ανθρωποφαγία»

Ιδιαίτερα αιχμηρός εμφανίστηκε ο σκηνοθέτης με την εικόνα που προβάλλεται για εκείνον στα media και τον τρόπο που λειτουργεί η σύγχρονη τηλεόραση. Εξέφρασε την έντονη ενόχλησή του για την ταμπέλα του «brutal», του «άγριου αρσενικού» της παλιάς κοπής που του έχει φορεθεί λόγω των ρόλων του, ξεκαθαρίζοντας ότι ο ίδιος στην πραγματικότητα είναι ένας καλλιτέχνης που αγαπά τους ανθρώπους.

Σχολιάζοντας την ασταμάτητη έκθεσή του στα social media και τις εκπομπές, δήλωσε κατηγορηματικά: «Δεν θα σταματήσω να είμαι ο εαυτός μου, να βγαίνω, να χορεύω, να φιλιέμαι και να κάνω ό,τι θέλω επειδή κάποιοι με τραβάνε με ένα κινητό. Υπάρχει μια θεωρία που λέει ότι υπάρχει ηδονή όταν σε ανεβάζουν, αλλά η μεγαλύτερη ηδονή του κόσμου είναι όταν σε αποδομούν για να σε ξανααναδομήσουν».

Στη συνέχεια, εξαπέλυσε βέλη κατά του τηλεοπτικού προϊόντος, τονίζοντας: «Η τηλεόραση δεν έχει να κάνει με ψυχαγωγία, έχει να κάνει με την κλειδαρότρυπα και την ανθρωποφαγία. Λειτουργεί ανθρωποφαγικά και όταν δεν έχουν τι άλλο να φάνε, τρώει ο ένας τον άλλον. Αν πάρεις αποδοχή από αυτούς τους ανθρώπους, τότε κάτι εσύ δεν κάνεις καλά».

Η παράσταση «Σε συγχωρώ, μητέρα» και η ελπίδα στους νέους

Αυτή την περίοδο, ο Βασίλης Μπισμπίκης μετουσιώνει όλα τα βιώματά του στην παράσταση «Σε συγχωρώ, μητέρα», ένα έργο που μιλά για την άσκοπη βία στα πάρκα και την σκληρή ανήλικη πραγματικότητα. Ένα έργο που, όπως αναφέρει, το 1965 που γράφτηκε είχε απαγορευτεί για πέντε χρόνια λόγω λογοκρισίας επειδή περιείχε μια σκηνή όπου σκοτώνουν ένα μωρό.

Σήμερα, η παράσταση έχει προκαλέσει τεράστιο αντίκτυπο, με αναλύσεις από πανεπιστήμια και κριτικούς διεθνούς βελινεκούς, όπως ο Michael Billington των Guardian, να την αποθεώνουν. «Στην αρχή, το 2018, ο κόσμος έφευγε, δεν άντεχε τη βία. Τώρα πια ο κόσμος έχει συνηθίσει τη βία που υπάρχει γύρω μας, έχει εκτεθεί στην πληροφορία και δεν σοκάρεται εύκολα», διαπιστώνει με θλίψη.

Ως πατέρας, εκφράζει τον φόβο του για την κοινωνία και τη βία που συναντά κανείς στο κέντρο της Αθήνας, όπου ένας 15χρονος μπορεί να σκοτώσει έναν άλλον χωρίς λόγο, ωστόσο επιμένει να εναποθέτει την ελπίδα του στη νέα γενιά. «Πιστεύω στα νέα παιδιά, είναι η ελπίδα μας για να αλλάξει αυτός ο κόσμος. Πρέπει να ακουμπήσουμε πάνω τους», καταλήγει, στέλνοντας ένα μήνυμα αλληλεγγύης και ουσιαστικής ανθρώπινης επαφής.

0 ΣΧΟΛΙΑ

Προσθήκη Σχόλιου