Σαν σήμερα, 19η Μαΐου 1919: Η έναρξη της πιο αιματηρής φάσης της Γενοκτονίας των Ποντίων – Οι 353.000 νεκροί και η άρνηση της Τουρκίας

Σαν σήμερα, στις 19 Μαΐου 1919, ο Μουσταφά Κεμάλ αποβιβάζεται στη Σαμψούντα του Πόντου. Ήταν η αρχή της πιο αιματηρής φάσης της Γενοκτονίας των Ποντίων. Μαζικές σφαγές, βασανιστήρια, εκτοπίσεις, κακουχίες και πορείες θανάτου σημειώθηκαν στα βάθη της Ανατολίας, ενώ πάνω από 350.000 ήταν οι νεκροί Έλληνες του Πόντου.
Η γενοκτονία των Ποντίων
Από το 1914 ως το 1923, ο θάνατος οργανώθηκε με χειρουργική ακρίβεια. Πρώτα τους εξάντλησαν στα αμελέ ταμπουρού, τα εφιαλτικά τάγματα εργασίας. Μετά χτύπησαν την ηγεσία, τους ανθρώπους του πνεύματος και τους ιερωμένους. Και στο τέλος; Οι «λευκές πορείες» στην έρημο, όπου ο άμαχος πληθυσμός απλώς έσβηνε στο δρόμο. Αυτοί οι 353.000 νεκροί δεν είναι στατιστική. Είναι το βίαιο κόψιμο ενός νήματος τριών χιλιάδων ετών που ένωνε την αρχαιότητα με το σήμερα.
Ένα ιδιαίτερα σημαντικό κομμάτι του ελληνικού στοιχείου συνέχισε να ακμάζει στα βόρεια παράλια της Μικράς Ασίας, στην περιοχή του Πόντου, ακόμη και μετά την κατάρρευση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Παρά την πτώση της Τραπεζούντας στα χέρια των Οθωμανών το 1461, οι Πόντιοι διατήρησαν αναλλοίωτη την εθνική τους ταυτότητα και την ελληνική τους συνείδηση, αν και βρίσκονταν γεωγραφικά απομονωμένοι από την υπόλοιπη Ελλάδα. Αν και αποτελούσαν μειονότητα, καλύπτοντας περίπου το 40% του συνολικού πληθυσμού, κατάφεραν σύντομα να πάρουν τα ηνία της οικονομικής δραστηριότητας της περιοχής, επιλέγοντας να εγκατασταθούν κυρίως στις πόλεις.
Η οικονομική τους ευημερία λειτούργησε ως καταλύτης για τη δημογραφική και πολιτισμική τους ανάπτυξη. Είναι χαρακτηριστικό ότι από 265.000 άτομα το 1865, ο πληθυσμός των Ελλήνων του Πόντου αυξήθηκε σε 330.000 το 1880, ενώ στις αρχές του 20ού αιώνα έφτασε να αριθμεί σχεδόν 700.000 ψυχές. Παράλληλα, η εκπαιδευτική αναγέννηση ήταν εντυπωσιακή: τα 100 σχολεία που λειτουργούσαν το 1860 εκτινάχθηκαν στα 1.401 μέχρι το 1919, με κορυφαίο ίδρυμα το ξακουστό Φροντιστήριο της Τραπεζούντας. Η πνευματική αυτή υπεροχή σφραγίστηκε επίσης από τη λειτουργία δικών τους τυπογραφείων, την έκδοση εφημερίδων και περιοδικών, καθώς και από την ίδρυση πολιτιστικών λεσχών και θεάτρων.
Το 1908 αποτέλεσε σημείο καμπής για ολόκληρη την Οθωμανική Αυτοκρατορία, καθώς τότε εκδηλώθηκε και κυριάρχησε το κίνημα των Νεότουρκων, το οποίο περιθωριοποίησε την εξουσία του Σουλτάνου. Στο ξεκίνημά τους, οι νεαροί αυτοί στρατιωτικοί γέννησαν μεγάλες προσδοκίες για εσωτερικές μεταρρυθμίσεις και εκσυγχρονισμό στο εσωτερικό της παρακμάζουσας αυτοκρατορίας.
Το 1908 ήταν μια χρονιά – ορόσημο για τους λαούς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Τη χρονιά αυτή εκδηλώθηκε και επικράτησε το κίνημα των Νεότουρκων, που έθεσε στον περιθώριο τον Σουλτάνο. Πολλές ήταν οι ελπίδες που επενδύθηκαν στους νεαρούς στρατιωτικούς για μεταρρυθμίσεις στο εσωτερικό της θνήσκουσας Αυτοκρατορίας.
Σύντομα, όμως, οι ελπίδες τους διαψεύστηκαν. Οι Νεότουρκοι έδειξαν το σκληρό εθνικιστικό τους πρόσωπο, εκπονώντας ένα σχέδιο διωγμού των χριστιανικών πληθυσμών και εκτουρκισμού της περιοχής, επωφελούμενοι της εμπλοκής των ευρωπαϊκών κρατών στο Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το ελληνικό κράτος, απασχολημένο με το «Κρητικό Ζήτημα», δεν είχε τη διάθεση να ανοίξει ένα ακόμη μέτωπο με την Τουρκία.
Οι Τούρκοι με πρόσχημα την «ασφάλεια του κράτους» εκτοπίζουν ένα μεγάλο μέρος του ελληνικού πληθυσμού στην αφιλόξενη μικρασιατική ενδοχώρα, μέσω των λεγόμενων «ταγμάτων εργασίας» («Αμελέ Ταμπουρού»). Στα «Τάγματα Εργασίας» αναγκάζονταν να υπηρετούν οι άνδρες που δεν κατατάσσονταν στο στρατό. Δούλευαν σε λατομεία, ορυχεία και στη διάνοιξη δρόμων, κάτω από εξοντωτικές συνθήκες. Οι περισσότεροι πέθαιναν από πείνα, κακουχίες και αρρώστιες.
Αντιδρώντας στην καταπίεση των Τούρκων, τις δολοφονίες, τις εξορίες και τις πυρπολήσεις των χωριών τους, οι Ελληνοπόντιοι, όπως και οι Αρμένιοι, ανέβηκαν αντάρτες στα βουνά για να περισώσουν ό,τι ήταν δυνατόν. Μετά τη Γενοκτονία των Αρμενίων το 1915, οι τούρκοι εθνικιστές υπό τον Μουσταφά Κεμάλ είχαν πλέον όλο το πεδίο ανοιχτό μπροστά τους για να εξολοθρεύσουν τους Ελληνοπόντιους. Ό,τι δεν κατάφερε ο Σουλτάνος σε 5 αιώνες το πέτυχε ο Κεμάλ σε 5 χρόνια!
Το 1919 οι Έλληνες μαζί με τους Αρμένιους και την πρόσκαιρη υποστήριξη της κυβέρνησης Βενιζέλου προσπάθησαν να δημιουργήσουν ένα αυτόνομο ελληνοαρμενικό κράτος. Το σχέδιο αυτό ματαιώθηκε από τους Τούρκους, οι οποίοι εκμεταλλεύθηκαν το γεγονός για να προχωρήσουν στην «τελική λύση».
Όσοι γλίτωσαν από το τουρκικό σπαθί κατέφυγαν ως πρόσφυγες στη Νότια Ρωσία, ενώ γύρω στις 400.000 ήλθαν στην Ελλάδα. Με τις γνώσεις και το έργο τους συνεισέφεραν τα μέγιστα στην ανόρθωση του καθημαγμένου εκείνη την εποχή ελληνικού κράτους και άλλαξαν τις πληθυσμιακές ισορροπίες στη Βόρειο Ελλάδα.
Με αρκετή, ομολογουμένως, καθυστέρηση, η Βουλή των Ελλήνων ψήφισε ομόφωνα στις 24 Φεβρουαρίου 1994 την ανακήρυξη της 19ης Μαΐου ως Ημέρα Μνήμης για τη Γενοκτονία του Ποντιακού Ελληνισμού.
Η στρατηγική της άρνησης
Με επιμονή η σημερινή Τουρκία ακολουθεί τη στρατηγική της άρνησης. Έχει στήσει μια ολόκληρη κρατική βιομηχανία που παράγει λήθη. Η Γερμανία έχτισε τη δημοκρατία της πάνω στη μνήμη του Ολοκαυτώματος. Η Τουρκία, αντίθετα, έχτισε την εθνική της ταυτότητα πάνω στην άρνηση της σφαγής των χριστιανών της Ανατολής.
Η Άγκυρα δεν ψιθυρίζει απλώς «δεν έγινε». Χρησιμοποιεί το χρήμα και τη διπλωματική της ισχύ για να φιμώνει ακόμα και… Κοινοβούλια. Και το πιο ανησυχητικό; Η ίδια νοοτροπία που γέννησε τις σφαγές στον Πόντο και την ευρύτερη Μικρά Ασία ζει ακόμα μέσα σε φράσεις όπως «θα έρθουμε μια νύχτα ξαφνικά» ή στη θεωρία της «Γαλάζιας Πατρίδας». Για εκείνους, ο Ελληνισμός στην Ανατολή παραμένει ένας «ξένος οργανισμός» που πρέπει να ξεριζωθεί.
Ο φόβος της Άγκυρας για τον καθρέφτη της Ιστορίας δεν πηγάζει μόνο από το παρελθόν, αλλά από το μέλλον. Γνωρίζουν ότι η αναγνώριση της Γενοκτονίας είναι η ληξιαρχική πράξη θανάτου της επεκτατικής τους στρατηγικής. Όσο εμείς κρατάμε αυτόν τον καθρέφτη ψηλά, η αλήθεια παραμένει η πιο ισχυρή μορφή αντίστασης.






0 ΣΧΟΛΙΑ