Δίκη μικρού Άγγελου: Η συγκλονιστική κατάθεση της παιδιάτρου – «Δεν έχω ξαναδεί τέτοια φρίκη»

Σε μια ατμόσφαιρα γεμάτη οργή και οδύνη, συνεχίστηκε στο Ηράκλειο η εκδίκαση της υπόθεσης που συγκλόνισε το πανελλήνιο: ο θάνατος του μικρού Άγγελου. Η σημερινή διαδικασία σημαδεύτηκε από σοκαριστικές μαρτυρίες ιατρών, αλλά και από άγριες αποδοκιμασίες κατά των κατηγορουμένων. Οι λεπτομέρειες που ήρθαν στο φως της δημοσιότητας μέσα από την αίθουσα του δικαστηρίου προκάλεσαν ρίγη συγκίνησης. Σύμφωνα με το ρεπορτάζ, οι καταθέσεις των γιατρών περιέγραψαν μια εικόνα συστηματικής και βάναυσης κακοποίησης.
Ιδιαίτερη αίσθηση προκάλεσε η μαρτυρία της παιδιάτρου που εξέτασε πρώτη το παιδί. Η ίδια, φανερά επηρεασμένη, δήλωσε ενώπιον του δικαστηρίου πως στην πολυετή καριέρα της δεν έχει αντικρίσει ποτέ ξανά παιδί σε τόσο τραγική κατάσταση, υπογραμμίζοντας την έκταση των τραυμάτων που έφερε το άτυχο αγόρι.
«Φόνισσα, να σαπίσεις»: Έκρηξη οργής έξω από το δικαστικό μέγαρο
Η ένταση μεταφέρθηκε και εκτός της αίθουσας. Σύμφωνα με το neakriti.gr, κατά την αποχώρηση των κατηγορουμένων, το πλήθος που είχε συγκεντρωθεί ξέσπασε σε βαριές εκφράσεις και αποδοκιμασίες. Το κλίμα ήταν εκρηκτικό, με τους πολίτες να στρέφονται κυρίως κατά της μητέρας του παιδιού, φωνάζοντας συνθήματα όπως «Φόνισσα, να σαπίσεις στη φυλακή». Η παρουσία ισχυρών αστυνομικών δυνάμεων ήταν επιβεβλημένη για να αποφευχθούν τα χειρότερα και να διασφαλιστεί η ασφαλής απομάκρυνση των κατηγορουμένων από τον χώρο.
Διαβάστε επίσης: Γιατί υπάρχει τόσο μίσος στο Ηράκλειο; Τα 5 αποτρόπαια εγκλήματα, μέσα σε έναν χρόνο, που «πάγωσαν» την κοινή γνώμη
Συγκλονιστική ήταν και η κατάθεση της παιδιάτρου – επιμελήτριας Β’, η οποία παρέλαβε πρώτη το παιδί στο νοσοκομείο. «Δεν έχω ξαναδεί παιδί σε τέτοια κατάσταση», ανέφερε χαρακτηριστικά στο δικαστήριο, περιγράφοντας ότι το παιδί βρισκόταν σε βαθύ κώμα, χωρίς αντίδραση σε ερεθίσματα, με τους γιατρούς να προχωρούν άμεσα σε διασωλήνωση.
Η ίδια εξήγησε ότι όταν ρώτησε για τραυματισμό στο δάχτυλο του ποδιού, της απάντησαν πως το παιδί είχε χτυπήσει σε τραπεζάκι, ενώ για έγκαυμα στο χέρι της είπαν ότι προκλήθηκε από φούρνο.
Ωστόσο, όπως κατέθεσε, το παιδί έφερε πολλαπλά τραύματα σε όλο του το σώμα, διαφορετικών χρονικών περιόδων, με εμφανείς μώλωπες διαφορετικού χρωματισμού. Η εικόνα που αντίκρισαν οι γιατροί ήταν τόσο σοβαρή, ώστε – όπως είπε – αποφάσισαν άμεσα να ενημερώσουν την Αστυνομία. Απαντώντας σε σχετικές ερωτήσεις, η παιδίατρος ανέφερε επίσης ότι η μητέρα του παιδιού δεν έδειχνε να αντιλαμβάνεται τη σοβαρότητα της κατάστασης του μικρού Άγγελου.
Εικόνες που προκάλεσαν σοκ
Την ίδια ώρα, οι καταθέσεις των γιατρών μέσα στη δικαστική αίθουσα περιέγραφαν εικόνες που προκάλεσαν σοκ και συγκίνηση. Ο επιμελητής της ΜΕΘ Παίδων, που κατέθεσε ενώπιον του δικαστηρίου, έκανε λόγο για εμφανή και βαρύτατη κακοποίηση του παιδιού, σημειώνοντας ότι ήδη από τις πρώτες ώρες νοσηλείας είχε ενημερωθεί άμεσα η Αστυνομία λόγω της σοβαρότητας των ευρημάτων.
Όπως ανέφερε, η δεύτερη αξονική τομογραφία έδειξε ότι η κατάσταση του μικρού Άγγελου ήταν μη αναστρέψιμη. Ο γιατρός μίλησε για δύο σοβαρά τραύματα στο κεφάλι, εξηγώντας πως το τραύμα στη δεξιά πλευρά ενδέχεται να είχε προκληθεί έως και επτά ημέρες πριν από το μοιραίο χτύπημα στην αριστερή πλευρά, το οποίο οδήγησε το παιδί σε κωματώδη κατάσταση.
Παράλληλα, περιέγραψε τραύματα στην πλάτη που – σύμφωνα με τα ευρήματα – παρέπεμπαν σε χτυπήματα από ζώνη ή βέργα, ενώ αναφέρθηκε ακόμη σε περιγεννητικές βλάβες, αλλά και εγκαύματα από τσιγάρο.
«Έμπλεκε με επικίνδυνα άτομα και δεν το καταλάβαινε»
Στο βήμα του μάρτυρα ανέβηκε η μητέρα της 27χρονης κατηγορούμενης, η οποία αναφέρθηκε στην προσωπικότητα και στη νοητική κατάσταση της κόρης της. Όπως υποστήριξε, η κόρη της αντιμετώπιζε ζητήματα ανωριμότητας και δεν ήταν σε θέση να αντιληφθεί τον κίνδυνο σε ορισμένες καταστάσεις.
Η μάρτυρας ανέφερε ότι η 27χρονη «έμπλεκε με επικίνδυνα άτομα και δεν το καταλάβαινε», ενώ, σύμφωνα με την ίδια, όταν η κόρη της βρισκόταν στην Κρήτη της έλεγε ότι περνούσε καλά και ότι ο σύντροφός της φρόντιζε το παιδί. Όπως κατέθεσε, στις 26 Δεκεμβρίου ο σύντροφός της φέρεται να της είχε κάνει πρόταση γάμου, όμως μετά από εκείνο το διάστημα η επικοινωνία τους χάθηκε.
Αναφερόμενη στην ημέρα που ο Άγγελος μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο, η μητέρα της κατηγορούμενης είπε ότι η κόρη της την ενημέρωσε πως το παιδί είχε λιποθυμήσει και ότι το πήγαιναν για ιατρική βοήθεια. Στη συνέχεια, όπως κατέθεσε, όταν τη συνάντησε στο κρατητήριο, η 27χρονη της είπε ότι «το παιδί το χτύπησε αυτός».
Η μάρτυρας υποστήριξε επίσης ότι η κόρη της δεν μπορούσε να αντισταθεί στις φωνές και απέρριψε το ενδεχόμενο να χτυπούσε η ίδια τον Άγγελο. «Δεν χτυπούσε τον Άγγελο η κόρη μου», ανέφερε χαρακτηριστικά και πρόσθεσε ότι η κόρη της «νοιαζόταν για το παιδί» και, πριν έρθει στην Κρήτη, έδειχνε άμεσο ενδιαφέρον για την ανάπτυξη και τη φροντίδα του. Σύμφωνα με τη μάρτυρα, η κόρη της είχε αναλάβει τη φροντίδα του Άγγελου και έδειχνε ενδιαφέρον για την καθημερινότητά του.
Η μητέρα της κατηγορούμενης στάθηκε επίσης στον τρόπο με τον οποίο, όπως υποστήριξε, αντιδρούσε η κόρη της απέναντι σε βίαιες συμπεριφορές ή έντονες καταστάσεις. Ανέφερε ότι «πάγωνε σε καταστάσεις βίας» και πως, αν βρισκόταν μπροστά σε ένα τέτοιο περιστατικό, δεν θα μπορούσε να το διαχειριστεί ή να αντιδράσει αποτελεσματικά.
«Ο πατέρας του παιδιού το είχε χτυπήσει τουλάχιστον μια φορά. Το είχα δει που είχε σημάδια. Δώσαμε μάχη για να μην γυρίσει ξανά σε εκείνον».
Κατά την εκτίμησή της, το παιδί χτυπήθηκε την ώρα που η κόρη της είχε φύγει από το σπίτι για να πάρει καφέ. Όπως είπε στο δικαστήριο, αποκλείει το ενδεχόμενο η 27χρονη να χτύπησε τον Άγγελο. «Αποκλείω η κόρη μου να χτύπησε το παιδί», φέρεται να είπε, επιμένοντας ότι η κατηγορούμενη δεν θα μπορούσε να ασκήσει βία σε βάρος του παιδιού.
Σύμφωνα με την κατάθεσή της, όταν είδε αργότερα την κόρη της, εκείνη της είπε ότι το παιδί το χτυπούσε ο σύντροφός της. Ωστόσο, όπως κατέθεσε στο αρχικό τηλεφώνημα που δέχθηκε εκείνο το πρωί, η 27χρονη της είχε πει ότι ο Άγγελος είχε λιποθυμήσει και ότι τον μετέφεραν στο νοσοκομείο.
Η μητέρα της κατηγορούμενης πρόσθεσε ότι αυτή ήταν η εικόνα που μετέφερε στην κόρη της ο σύντροφός της όταν επέστρεψε, σύμφωνα με όσα της είπε στη συνέχεια η ίδια η 27χρονη. Σύμφωνα με όσα κατέθεσε, η κόρη της έζησε με τον βιολογικό πατέρα του Άγγελου από την περίοδο της εγκυμοσύνης μέχρι το παιδί να γίνει περίπου πέντε μηνών.
Όπως ανέφερε, ζούσαν στο σπίτι του πατέρα της, όμως υπήρχαν προστριβές και στη συνέχεια η 27χρονη έφυγε. Η μάρτυρας πρόσθεσε ότι η κόρη της δεν προχώρησε σε διακοπή κύησης, επειδή είχε ξαναβρεί τότε τις σχέσεις της με τον πατέρα του παιδιού.
Η μητέρα της κατηγορούμενης αναφέρθηκε και στον βιολογικό πατέρα του παιδιού, λέγοντας ότι είχε να δει τον Άγγελο από τις 9 Δεκεμβρίου 2023. Όπως υποστήριξε, εκείνη την ημέρα το παιδί είχε εμφανή σημάδια στο πρόσωπο και η κόρη της τής είπε ότι τα είχε προκαλέσει ο πατέρας του. Σύμφωνα με όσα κατέθεσε, η 27χρονη προχώρησε στη συνέχεια σε καταγγελία για άσκηση βίας σε βάρος του παιδιού από τον βιολογικό πατέρα, στις 21 Δεκεμβρίου 2023.
Η κατάθεση της αδελφής της 27χρονης
Στο βήμα του μάρτυρα ανέβηκε στη συνέχεια η αδελφή της 27χρονης κατηγορούμενης, η οποία είναι τέσσερα χρόνια μεγαλύτερή της. Η μάρτυρας περιέγραψε την αδελφή της ως ένα «κλειστό παιδί», λέγοντας ότι συχνά κοιτούσε επίμονα χωρίς να μιλάει. Όπως ανέφερε, γνώριζε λίγα πράγματα για τη σχέση της με τον βιολογικό πατέρα του παιδιού.
Σύμφωνα με την κατάθεσή της, όταν πληροφορήθηκε την εγκυμοσύνη της αδελφής της, προσπάθησε να τη βρει προκειμένου να διαπιστώσει τι ακριβώς συνέβαινε. Τον Μάιο του 2021, όταν τη συνάντησε, η 27χρονη ήταν έγκυος. Η αδελφή της κατηγορούμενης ανέφερε ότι η 27χρονη της είχε πει πως ο τότε σύντροφός της τη ζήλευε και ήθελε να την ελέγχει. Όπως κατέθεσε, η ίδια την πήρε μαζί της και πήγαν στο σπίτι της μητέρας τους, καθώς η αδελφή της δεν ήθελε πλέον να παραμείνει στο περιβάλλον όπου βρισκόταν.
Η μάρτυρας πρόσθεσε ότι μετά τη γέννηση του Άγγελου η οικογένεια γνώρισε τον βιολογικό πατέρα του παιδιού, συνεχίζοντας να περιγράφει στο δικαστήριο το οικογενειακό και προσωπικό πλαίσιο μέσα στο οποίο ζούσε τότε η 27χρονη.
Υποστήριξε δε ότι η αδελφή της τής είχε πει πως ο βιολογικός πατέρας του παιδιού την είχε χτυπήσει ενώ ήταν έγκυος. Όπως κατέθεσε, η 27χρονη φέρεται να της είχε εκμυστηρευτεί ότι δεν έφευγε από τη σχέση, επειδή ο τότε σύντροφός της τής έλεγε πως «ξέρει τους πάντες» και ότι δεν θα μπορέσει να φύγει.
Σύμφωνα με την αδελφή της κατηγορούμενης, η 27χρονη της είχε αναφέρει επίσης ότι ο βιολογικός πατέρας χτυπούσε και το παιδί, ενώ δεν την άφηνε μόνη της. Η μάρτυρας περιέγραψε ένα περιβάλλον ελέγχου και φόβου, όπως της το είχε μεταφέρει η αδελφή της. Η ίδια, πάντως, απέκλεισε το ενδεχόμενο η 27χρονη να ασκούσε βία στον Άγγελο. «Δεν την έχω ικανή να χτυπούσε το παιδί», ανέφερε χαρακτηριστικά ενώπιον του δικαστηρίου.
«Η αδερφή μου ήταν ευκολόπιστη»
Παράλληλα, τόνισε ότι θεωρεί την αδελφή της ευκολόπιστη και αδύναμη να διαχειριστεί πιεστικές ή έντονες καταστάσεις. «Η αδερφή μου ήταν ευκολόπιστη και δεν νομίζω ότι θα μπορούσε να υπερασπιστεί ένα παιδί, ειδικά υπό την πίεση μιας έντονης κατάστασης», ανέφερε.
Για να περιγράψει τον τρόπο αντίδρασής της σε συνθήκες φόβου, η μάρτυρας αναφέρθηκε σε περιστατικό κατά το οποίο, όπως είπε, μπήκε ένας παπαγάλος μέσα στο σπίτι και η 27χρονη βγήκε έξω επειδή φοβήθηκε, αφήνοντας το παιδί μέσα.
Υπενθυμίζεται ότι στο εδώλιο κάθονται η 27χρονη μητέρα, ο 45χρονος τότε σύντροφός της, καθώς και ο βιολογικός πατέρας του παιδιού. Και οι τρεις αρνούνται τις κατηγορίες που τους αποδίδονται.
Η μητέρα και ο σύντροφός της κατηγορούνται για ανθρωποκτονία με δόλο σε ήρεμη ψυχική κατάσταση κατά συναυτουργία, καθώς και για βαριά σωματική βλάβη σε ανήλικο. Ο βιολογικός πατέρας διώκεται για προγενέστερη κακοποίηση του παιδιού, ενώ και οι τρεις αντιμετωπίζουν κατηγορίες που σχετίζονται με την έκθεση του ανηλίκου σε κίνδυνο και τη συστηματική πρόκληση σωματικών βλαβών.
Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, από τον Νοέμβριο του 2024 έως και τον Ιανουάριο του 2025, ο μικρός Άγγελος φέρεται να κακοποιούνταν καθημερινά μέσα στο σπίτι όπου διέμενε με τη μητέρα του και τον σύντροφό της. Οι Αρχές υποστηρίζουν ότι το παιδί δεχόταν συστηματικά χτυπήματα, τα οποία του προκάλεσαν σοβαρές κακώσεις, έντονο σωματικό πόνο και ψυχικό τραύμα.
Όπως αναφέρει το ρεπορτάζ, ιδιαίτερη βαρύτητα έχει η αναφορά του κατηγορητηρίου ότι στο παιδί φέρονται να χορηγούνταν ηρεμιστικά και φαρμακευτικά σκευάσματα, ώστε να μην αντιδρά και να μην ακούγονται τα κλάματά του από τους γείτονες. Παράλληλα, ο 45χρονος κατηγορείται ότι βιντεοσκοπούσε και φωτογράφιζε τον 3χρονο, στο πλαίσιο εξευτελιστικής μεταχείρισης και πλήρους απαξίωσης της προσωπικότητάς του, όπως περιγράφεται στη δικογραφία.
Η πλευρά της 27χρονης μητέρας υποστήριξε ότι η κατηγορούμενη έχει δείκτη νοημοσύνης κάτω από 63, κάνοντας λόγο για μειωμένο καταλογισμό. Από την άλλη, ο συνήγορος του 45χρονου αμφισβήτησε ευθέως τα ιατροδικαστικά ευρήματα, ζητώντας να καταθέσουν στο δικαστήριο τόσο η ιατροδικαστής όσο και η ακτινολόγος που χειρίστηκαν την υπόθεση, υποστηρίζοντας ότι τα στοιχεία δεν αποδεικνύουν πως ο πελάτης του προκάλεσε τα τραύματα με αντικείμενο ή άσκησε βία στο παιδί.
Αντίστοιχα, η υπεράσπιση του βιολογικού πατέρα ισχυρίστηκε ότι ο εντολέας της αδίκως εμπλέκεται στην υπόθεση, τονίζοντας ότι δεν είχε επαφή με το παιδί για μεγάλο χρονικό διάστημα και πως δεν θα μπορούσε να έχει συμμετοχή στα περιστατικά κακοποίησης που περιγράφονται. Καθοριστική θεωρείται η κατάθεση αστυνομικού που είχε μεταβεί στο νοσοκομείο όταν ο μικρός Άγγελος διακομίστηκε σε κρίσιμη κατάσταση.
Ο μάρτυρας κατέθεσε ότι οι γιατροί είχαν εξαρχής έντονες υποψίες κακοποίησης, καθώς το παιδί έφερε χτυπήματα στο κεφάλι, την κοιλιά και σε όλο του το σώμα. Όπως ανέφερε, η μητέρα αρχικά ισχυρίστηκε ότι είχε φύγει από το σπίτι για να πάρει καφέ και όταν επέστρεψε βρήκε το παιδί αναίσθητο.
Διαβάστε επίσης
Ωστόσο, σύμφωνα με τον αστυνομικό, κατά τη μεταφορά της στο Αστυνομικό Μέγαρο η 27χρονη φέρεται να άλλαξε εκδοχή και να υποστήριξε ότι ο σύντροφός της ήταν εκείνος που χτυπούσε το παιδί. Ο ίδιος περιέγραψε τη στάση της μητέρας ως «ψύχραιμη» και «χωρίς ταραχή», σημειώνοντας χαρακτηριστικά πως οι απαντήσεις της ήταν «ξερές», παρά το γεγονός ότι γνώριζε πως το παιδί της βρισκόταν σε κρίσιμη κατάσταση.
Στο πλαίσιο της έρευνας στο σπίτι, οι αστυνομικοί εντόπισαν ένα γκλομπ κρυμμένο μέσα σε καναπέ, αλλά και δύο ξύλινα κομμάτια από βρεφική κούνια, τα οποία – σύμφωνα με όσα φέρεται να είπε η μητέρα – χρησιμοποιούνταν για να χτυπούν το παιδί.
Αίσθηση προκάλεσε και η αναφορά του αστυνομικού πως η 27χρονη, όπως κατέθεσε, δεν τον ρώτησε για την κατάσταση της υγείας του παιδιού της, αλλά για το αν είχαν φάει τα σκυλιά που υπήρχαν στο σπίτι. Σημαντική ήταν και η κατάθεση της πρώην συζύγου του 45χρονου, η οποία ανέφερε ότι όσο ήταν μαζί του δεν είχε δει βίαιη συμπεριφορά απέναντι σε παιδιά ή στην ίδια.
Όπως είπε, ο 45χρονος ήθελε να αναγνωρίσει το παιδί ως δικό του, ενώ ισχυρίστηκε ότι εκείνος είχε προσπαθήσει να εντοπίσει τον βιολογικό πατέρα μέσω διαδικτύου ώστε να αποκτήσει επαφή με το παιδί.






0 ΣΧΟΛΙΑ