ΑΡΧΙΚΗ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΕΛΛΑΔΑ

Τσολιάς και Εύζωνας! Η απίθανη καταγωγή των λέξεων που σίγουρα δεν ξέρετε

Από πού προέρχονται οι λέξεις τσολιάς, τσαρούχι και καριοφίλι;
Από πού προέρχονται οι λέξεις τσολιάς, τσαρούχι και καριοφίλι; (EUROKINISSI)
Athensmagazine Ορίστε μας ως προτεινόμενη πηγή ειδήσεων στο Google

Καλό είναι να φρεσκάρουμε στη μνήμη μας ορισμένες λέξεις των ημερών για την Ελληνική Επανάσταση της 25ης Μαρτίου που έχουν συνδυαστεί με τον πολιτισμό των Ελλήνων, αλλά δεν είναι ελληνικές.

Η προέλευση των λέξεων

Ακούγοντας τη λέξη «τσολιάς», κατευθείαν στο μυαλό μας έρχεται η εικόνα ενός αρρενωπού άνδρα, λεβέντη, λυγερόκορμου, με μεγάλο ανάστημα και αγέρωχο βλέμμα στο άπειρο. Με περιποιημένη φορεσιά, να προκαλεί δέος και εντύπωση μόνο με την παρουσία του.

Τον φανταζόμαστε να τρέχει με ορμή στα ηπειρώτικα βουνά, φωνάζοντας «Αέρα» και να σκορπά τον φόβο στον εχθρό. Βέβαια, δεν είναι και λίγες οι περιπτώσεις που θα ακούσαμε κάποιους άνδρες περιπαικτικά να αποκαλούν έτσι γυναίκες («γεια σου τσολιά μου»), επευφημώντας με αυτόν τον τρόπο την επιβλητική παρουσία τους που δεν τους αφήνει καθόλου αδιάφορους.

Τσολιάδες
Τσολιάδες (ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΠΥΡΟΥΝΗΣ / ILIALIVE.GR)

Από πού όμως προέρχεται η συγκεκριμένη λέξη; Ανταποκρίνεται σε όλα αυτά που μας προκαλεί μόνο και μόνο το άκουσμά της; Μάλλον όχι. Ποιος θα φανταζόταν πως η λέξη σχετίζεται με το κουρέλι, το παλιόρουχο, το τσόλι; Ποιος Θα φανταζόταν πως το σύμβολο της Νεότερης ιστορίας μας, ο τσολιάς, θα σχετιζόταν με όλα αυτά που μόλις προαναφέρομε;

Και όμως. Όσο περίεργο κι αν ακούγεται, η συγκεκριμένη λέξη προέρχεται από την Τουρκική γλώσσα και συγκεκριμένα τη λέξη «çul» (τσολ) (< αραβικό cull = κουρέλι, ευτελές ύφασμα) που σημαίνει «κουρέλι» ή «παλιόρουχο», από όπου ακριβώς προέρχεται και η γνωστή σε όλους μας λέξη «τσόλι», που σημαίνει φθαρμένο χαλί ή ρούχο.

Κάπως έτσι αποκαλούσαν μειωτικά οι Τούρκοι τους κλέφτες και αρματολούς σύμφωνα με τον Γ. Μπαμπινιώτη, καθώς η φουστανέλα τους – άλλο μεγάλο σύμβολο του Ελληνισμού – ήταν ραμμένη και φτιαγμένη από πολλά μικρά κομμάτια υφάσματος (Λεξικά Πρωίας & Δημητράκου: «ο φορών τσόλια· επί των ευτελώς ενδεδυμένων ορεσιβίων»). Επομένως, η λέξη τσολιάς ελάχιστα διέφερε κάποτε από τις λέξεις «κουρελής», «βρομιάρης» και «ρακένδυτος».

Αργότερα, και συγκεκριμένα το 1868, η λέξη αντικαταστάθηκε από την ομηρική λέξη «Εύζωνας ή Εύζωνος», όταν ιδρύθηκε η Προεδρική φρουρά. Βέβαια, η συγκεκριμένη λέξη στην Αρχαία Ελληνική προσδιόριζε τη γυναίκα με λεπτή μέση, αλλά και τον καλά ζωσμένο άνδρα πολεμιστή. Να προσθέσουμε πως η συγκεκριμένη φορεσιά – η φουστανέλα, το φέσι και τα τσαρούχια – καθιερώθηκε από τον ίδιο τον Όθωνα, ο οποίος μάλιστα, αν και Βαυαρός, την τιμούσε δεόντως, καθώς την φορούσε με υπερηφάνεια σε πολλές επίσημες εμφανίσεις του.

Τι σημαίνει η λέξη τσαρούχια;

Η λέξη τσαρούχια είναι και αυτή τουρκικής προέλευσης < çaruk και προσδιόριζε το σανδάλι με την πέτσινη σόλα. Στην πραγματικότητα το τούρκικο “Charoq” ήταν σανδάλι με δερμάτινη σόλα και μακριά λουριά , τα οποία δένονταν στο πόδι μέχρι το γόνατο.

Το γιαταγάνι ήταν είδος σπαθιού, Συγκεκριμένα ήταν το πλατύ και κυρτό σπαθί των Οθωμανών, κυριολεκτικά σημαίνει: «αυτό που σε ξαπλώνει, ή σε κοιμίζει»  Αντίθετα με ότι πιστεύουν οι περισσότεροι τοΦέσι δεν είναι Τουρκικής προέλευσης. Η πρέλευση του είναι από την πόλη Φες (εξ ου και το όνομα) ή Φεζ (αραβ. فاس Fās, γαλλ. Fès) του Μαρόκου. Μέχρι το 19ο αιώνα, η πόλη Φες ήταν η μοναδική πηγή για τα παραδοσιακά καπέλα με το ιδιαίτερο κόκκινο χρώμα. Στην Τουρκία η χρήση του φεσιού απαγορεύτηκε το 1925. Ο ίδιος, ο Ατατούρκ, χαρακτήρισε το φέσι ως “παρακμιακό” και το κατήγγειλε ως “κάλυμμα της κεφαλής των Ελλήνων”.

Η λέξη καριοφίλι, αντίθετα, είναι, μάλλον, Ιταλική. Στις αρχές του 1800 τα καλασνικοφ της εποχής ήταν τα φημισμένα όπλα της Ιταλικής εταιρείας “Carlo e Figli” (: Κάρλο και υιοί). Αυτό το “Κάρλο ε φίλιοι”, οι Έλληνες το πρόφεραν ως καριοφίλι και έτσι και έμεινε στο ελληνικό λεξιλόγιο και υμνήθηκε από τη Δημοτική και Λόγια ποίηση.

Πάντως, ο Βαλαωρίτης δίνει μια διαφορετική εξήγηση «Ωνομάσθησαν ούτω, διότι έφερον κεχαραγμένον εν κυκλοειδή ζώνη το ομώνυμον εύοσμον φυτόν όπερ καλούμεν καρυοφίλλι». Ο Λεβίδης, από την άλλη, το συσχετίζει με τη λέξη “φυλλοκάρδι”.

ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΠΑΡΕΛΑΣΗ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΘΝΙΚΗ ΕΠΕΤΕΙΟ ΤΗΣ 25ης ΜΑΡΤΙΟΥ 1821 (ΚΩΣΤΑΣ ΤΖΟΥΜΑΣ/EUROKINISSI)
ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΠΑΡΕΛΑΣΗ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΘΝΙΚΗ ΕΠΕΤΕΙΟ ΤΗΣ 25ης ΜΑΡΤΙΟΥ 1821 (ΚΩΣΤΑΣ ΤΖΟΥΜΑΣ/EUROKINISSI)

Συμπληρώνοντας το αρχικό δημοσίευμα: Μια ακόμα ενδιαφέρουσα άποψη είναι αυτή του Robert Elgood στο βιβίο του “Τα Όπλα της Ελλάδας και των Βαλκανικών γειτόνων της κατά την Οθωμανική περίοδο» κεφ. 11 σ. 175-177. Διαβάστε την όπως μας την έστειλε ο καθ. Βασίλης ΣΤΕΦΑΝΗΣ (τον οποίο ευχαριστούμε θερμά)

Το καριοφίλι

Το όπλο το οποίο κατασκευαζόταν σε αυτές τις πόλεις ήταν γνωστό στους ελληνόφωνους πληθυσμούς των Βαλκανίων ως καριοφίλι (στα ελληνικά και αλβανικά), ένα μακρύκανο όπλο με δύο τύπους υποκόπανου, ιδιαίτερα δημοφιλές στα νοτιοδυτικά Βαλκάνια. Η προέλευση της λέξης και ο χρόνος κατά τον οποίο εισήλθε στην ελληνική γλώσσα δεν είναι γνωστά και έχουν αποτελέσει το αντικείμενο ζωηρής διαμάχης στις ελληνικές εφημερίδες κατά το 1865 και ξανά κατά τη δεκαετία του 1960.

Η δημοφιλέστερη ελληνική άποψη ισχυρίζεται ότι προέρχεται από την επωνυμία Carlo e figli (Carlo και υιοί). Τα όπλα «είχαν ένα ευφωνικό όνομα . . . καριοφίλια. Αυτή η παράξενη και μελωδική λέξη αποτελεί έναν άκομψο εξελληνισμό της επωνυμίας ενός ιταλικού οπλουργείου του οποίου τα προϊόντα ήταν περίφημα σε όλη την Ανατολή:

Δεν υπάρχει κανένας καταγεγραμμένος κατασκευαστής όπλων με αυτό το όνομα, ούτε ο συγγραφέας κατάφερε να βρει κανέναν ο οποίος να υπέγραφε «e figli», παρόλο που οι πωλητές το συνηθίζουν και ένας Έλληνας έμπορος είπε στο συγγραφέα ότι ο πατέρας του του είχε πει ότι το όνομα προερχόταν από κάποιους έλληνες λιανοπωλητές της Τεργέστης. Είναι πιθανόν ένας ιταλός λιανοπωλητής να έδωσε το δικό του όνομα στα εμπορεύματά του.

Εύζωνας
Εύζωνας (ΡΑΦΑΗΛ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ/EUROKINISSI)

Πιο πιθανή είναι η εκδοχή που μετέφερε στο συγγραφέα ο Κώστας Γεωργόπουλος, ο οποίος συνάντησε στα Ιωάννινα έναν αργυροχόο με το όνομα Γιάννης Καριοφίλης. Ο κύριος Καριοφίλης είπε στο συγγραφέα ότι πριν από πέντε γενιές, το 1780, ένας πρόγονός του ήταν διάσημος αργυροχόος και γνωστός κατασκευαστής μακρύκανων όπλων, γεννημένος στους Καλαρίτες, ένα χωριό κοντά στα Ιωάννινα, φημισμένο για την παράδοσή του στην επεξεργασία του ασημιού και του χρυσού. Φυσικά το όνομα μπορεί να σχετίζεται με το επάγγελμά του και ο όρος να υπήρχε πολύ πριν τη γέννηση αυτού του ανθρώπου.

Από το τέλος τουλάχιστον του δεκάτου εβδόμου αιώνα, οι Τούρκοι χρησιμοποιούσαν τη λέξη για να δηλώσουν το όπλο, και σίγουρα δεν θα είχαν δανειστεί τον όρο από τους Έλληνες. Στα τουρκικά η λέξη karanfil σημαίνει γαρίφαλο, το όνομα ενός άνθους, και η λέξη με μικρές παραλλαγές έχει την ίδια σημασία στα αλβανικά και τα σέρβο-κροατικά. Στα ελληνικά η λέξη καριοφίλι, η οποία αναγνωρίζεται ότι αποτελεί δάνειο από άλλη γλώσσα σημαίνει επίσης γαρίφαλο.

Κατά το δέκατο έκτο και στις αρχές του δεκάτου εβδόμου αιώνα, οι κάνες των τουρκικών όπλων είχαν μεγάλα στόμια σε σχήμα αυγού που θύμιζαν το μπουμπούκι του γαρίφαλου. Ορισμένοι προχωρούν την ψευδαίσθηση ένα βήμα παραπέρα χαράζοντας ανάγλυφα γαρίφαλα επάνω τους ή τοποθετώντας ένθετα μπρούντζινα γαρίφαλα, όπως σε ένα παράδειγμα του Stibbert.42 Το άνθος ήταν ιδιαίτερα δημοφιλές στα πλακάκια του Isnik και σε υφάσματα του δεκάτου έκτου αιώνα. Οι ονομασίες των τουρκικών όπλων στα Βαλκάνια είναι συνήθως περιγραφικές και αυτή είναι η πιθανότερη προέλευση της λέξης καριοφίλι.

0 ΣΧΟΛΙΑ

Προσθήκη Σχόλιου