Γλυφάδα: Ο δράστης είχε νοσηλευτεί στο Δρομοκαΐτειο – Πώς ένας διεγνωσμένος ψυχικά ασθενής μπορεί να κυκλοφορεί ελεύθερος

Νέα, σοκαριστικά στοιχεία έρχονται στο φως γύρω από την υπόθεση του 46χρονου άνδρα που δολοφόνησε τον πατέρα του στη Γλυφάδα, ξανανοίγοντας έναν φάκελο γεμάτο παραλείψεις, αντιφάσεις και κρίσιμα ερωτήματα για τη λειτουργία του σωφρονιστικού και ψυχιατρικού συστήματος στη χώρα.
Ο άνδρας αυτός δεν ήταν άγνωστος στις Αρχές. Αντιθέτως, επρόκειτο για άτομο που είχε ήδη καταδικαστεί για ένα από τα βαρύτερα εγκλήματα: τη δολοφονία της ίδιας του της μητέρας. Παρά το γεγονός ότι η ποινή που του είχε επιβληθεί προέβλεπε πολυετή κάθειρξη με ορίζοντα αποφυλάκισης το 2030, τελικά βγήκε εκτός φυλακής πολύ νωρίτερα, το 2018, έπειτα από μόλις τέσσερα χρόνια εγκλεισμού.
Πού βασίστηκε η αποφυλάκιση
Η αποφυλάκιση βασίστηκε στις διατάξεις του λεγόμενου νόμου Παρασκευόπουλου, ο οποίος έδινε τη δυνατότητα πρόωρης αποδέσμευσης κρατουμένων υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις και με ευεργετικό υπολογισμό ημερών κράτησης. Στην περίπτωση του 46χρονου, καθοριστικό ρόλο έπαιξε η παραμονή του στο Ψυχιατρείο Κρατουμένων Κορυδαλλού, όπου κάθε ημέρα νοσηλείας υπολογιζόταν ως διπλή ημέρα έκτισης ποινής.
Ωστόσο, ήδη από τότε υπήρχαν σοβαρές ενδείξεις ότι η επιστροφή του στην κοινωνία ενείχε κινδύνους. Ιατρικές γνωματεύσεις της εποχής ανέφεραν ρητά ότι θεωρείται επικίνδυνος τόσο για τον εαυτό του όσο και για τρίτους. Για τον λόγο αυτό, αμέσως μετά την αποφυλάκισή του, οδηγήθηκε στο Δρομοκαΐτειο Νοσοκομείο για αναγκαστική νοσηλεία. Παρ’ όλα αυτά, μετά την ολοκλήρωση της θεραπείας του, αφέθηκε και πάλι ελεύθερος, με περιοριστικούς όρους. Οι όροι αυτοί προέβλεπαν μόνιμη διαμονή στο σπίτι του πατέρα του στη Γλυφάδα και υποχρεωτική εμφάνιση στο αστυνομικό τμήμα δύο φορές τον μήνα. Τίποτα, όμως, δεν φαίνεται να εξασφάλισε ουσιαστική ψυχιατρική παρακολούθηση, συστηματικό έλεγχο ή κοινωνική επιτήρηση, παρά το βεβαρημένο ιστορικό του.
Ιδιαίτερα ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι πριν από τη δολοφονία της μητέρας του, το 2014, είχαν ήδη υπάρξει σαφή «καμπανάκια». Λίγες μόλις ώρες πριν το έγκλημα, ο ίδιος είχε ελεγχθεί τυχαία από αστυνομικούς και βρέθηκε στην κατοχή του να φέρει μαχαίρια και σουγιά. Παρά το εύρημα, δεν κινήθηκε καμία διαδικασία περαιτέρω αξιολόγησης της επικινδυνότητάς του και αφέθηκε ελεύθερος. Το αποτέλεσμα ήταν τραγικό.
Διαβάστε επίσης
Όταν συνελήφθη τότε, παρέδωσε στους αστυνομικούς ένα δυσνόητο και παραληρηματικό κείμενο, στο οποίο έκανε λόγο για «τιμωρία» και «εκδίκηση», φράσεις που εκ των υστέρων αποκτούν ανατριχιαστική βαρύτητα. Παρά τα προφανή σημάδια σοβαρής ψυχικής διαταραχής, η διαχείριση της περίπτωσής του περιορίστηκε σε νομικές και τυπικές διαδικασίες.
Ακόμη πιο τραγική διάσταση στην υπόθεση δίνει το γεγονός ότι ο πατέρας του, το τελευταίο θύμα, είχε σταθεί αρωγός στον γιο του. Ο ηλικιωμένος άνδρας είχε υποστηρίξει ενεργά την αποφυλάκισή του, διαβεβαιώνοντας τις Αρχές ότι θα τον επιτηρεί προσωπικά και ότι θα ζει μαζί του. Τέσσερα χρόνια αργότερα, βρήκε φρικτό θάνατο από τα χέρια του ίδιου του παιδιού του, μέσα στο σπίτι όπου υποτίθεται πως θα υπήρχε ασφάλεια.
Σήμερα, η υπόθεση προκαλεί έντονο προβληματισμό. Πώς ένα άτομο με διαγνωσμένη ψυχική νόσο, ιστορικό ακραίας βίας και ξεκάθαρες προειδοποιήσεις από ειδικούς, κατάφερε να κυκλοφορεί ελεύθερο; Πού σταματά η ευθύνη της Δικαιοσύνης και πού αρχίζει εκείνη των δομών ψυχικής υγείας; Και, τελικά, ποιος ελέγχει αν οι περιοριστικοί όροι δεν είναι απλώς τυπικοί, αλλά ουσιαστικοί;
Πώς ένας διεγνωσμένος ψυχικά ασθενής μπορεί να κυκλοφορεί ελεύθερος
Το ερώτημα που γεννάται μετά τη διπλή οικογενειακή τραγωδία στη Γλυφάδα δεν αφορά μόνο τη συγκεκριμένη υπόθεση, αλλά αγγίζει τον πυρήνα της λειτουργίας του κράτους δικαίου, της ψυχιατρικής φροντίδας και της δημόσιας ασφάλειας. Πώς είναι δυνατόν ένα άτομο με διαγνωσμένη ψυχική νόσο, ιστορικό ανθρωποκτονίας και σαφή ένδειξη επικινδυνότητας να βρίσκεται εκτός φυλακής και εκτός δομημένης παρακολούθησης;
1. Ο νόμος και η τυπική εφαρμογή του
Σε νομικό επίπεδο, η αποφυλάκιση του 46χρονου δεν ήταν παράνομη. Βασίστηκε σε συγκεκριμένες διατάξεις που επέτρεπαν την πρόωρη αποδέσμευση κρατουμένων μέσω ευεργετικού υπολογισμού ημερών κράτησης και νοσηλείας. Το πρόβλημα, ωστόσο, δεν εντοπίζεται στο γράμμα του νόμου, αλλά στον τρόπο με τον οποίο εφαρμόστηκε χωρίς επαρκή εξατομικευμένη αξιολόγηση κινδύνου. Το νομικό σύστημα λειτουργεί με δυαδική λογική: κάποιος είτε πληροί τις προϋποθέσεις είτε όχι. Δεν διαθέτει, όμως, ενσωματωμένους μηχανισμούς ουσιαστικής εκτίμησης μελλοντικής επικινδυνότητας, ειδικά όταν πρόκειται για σοβαρές ψυχικές διαταραχές.
2. Η ψυχιατρική γνωμάτευση δεν αρκεί από μόνη της
Στην προκειμένη περίπτωση, οι ιατρικές γνωματεύσεις είχαν επισημάνει ότι ο συγκεκριμένος άνθρωπος ήταν επικίνδυνος για τον εαυτό του και για τρίτους. Παρ’ όλα αυτά, μετά από μια περίοδο νοσηλείας, κρίθηκε ότι μπορούσε να εξέλθει από το ψυχιατρικό πλαίσιο και να επιστρέψει στην κοινότητα. Εδώ εντοπίζεται ένα κρίσιμο κενό: Η ψυχιατρική εκτίμηση αφορά την παρούσα κατάσταση, όχι την εγγύηση μελλοντικής σταθερότητας. Η έξοδος από το νοσοκομείο δεν σημαίνει ίαση, αλλά διαχείριση. Όταν αυτή η διαχείριση δεν συνεχίζεται με δομημένη παρακολούθηση, η υποτροπή είναι πιθανή.
3. Η απουσία υποχρεωτικής, διαρκούς παρακολούθησης
Μετά την αποφυλάκιση, δεν υπήρξε ουσιαστική σύνδεση του ατόμου με κοινοτικές δομές ψυχικής υγείας. Δεν επιβλήθηκε υποχρεωτική, συστηματική ψυχιατρική επανεκτίμηση, ούτε μηχανισμός άμεσης παρέμβασης σε περίπτωση επιδείνωσης. Οι περιοριστικοί όροι (διαμονή σε συγκεκριμένο σπίτι, εμφάνιση σε αστυνομικό τμήμα) έχουν διοικητικό χαρακτήρα, όχι θεραπευτικό. Η αστυνομία δεν μπορεί να αξιολογήσει ψυχική απορρύθμιση, ούτε να παρέμβει προληπτικά αν δεν έχει παραβιαστεί κάποιος όρος.
4. Η μεταφορά ευθύνης στην οικογένεια
Στην υπόθεση αυτή, η ευθύνη επιτήρησης μεταφέρθηκε ουσιαστικά στον πατέρα. Πρόκειται για μια συχνή αλλά προβληματική πρακτική, όπου το κράτος «ακουμπά» την ευθύνη σε συγγενείς, οι οποίοι ούτε εκπαιδευμένοι είναι ούτε προστατευμένοι. Η οικογένεια δεν μπορεί να λειτουργήσει ως μηχανισμός ασφαλείας. Όταν μάλιστα το ίδιο το μέλος της οικογένειας αποτελεί εν δυνάμει στόχο, η επιλογή αυτή μετατρέπεται σε τραγικό λάθος.
5. Το λάθος αφήγημα
Είναι κρίσιμο να τονιστεί ότι η συντριπτική πλειονότητα των ψυχικά ασθενών δεν είναι επικίνδυνη. Το πρόβλημα δεν είναι η ψυχική νόσος, αλλά ο συνδυασμός της με:
- ιστορικό ακραίας βίας
- απουσία συνεχούς θεραπείας
- έλλειψη εποπτείας
- θεσμική αδράνεια
Όταν αυτά συνυπάρχουν, τότε δεν πρόκειται για ατομική αποτυχία, αλλά για συστημική αποτυχία.
Διαβάστε επίσης
6. Το κρίσιμο ερώτημα που μένει ανοιχτό
Η τραγωδία της Γλυφάδας δεν είναι απλώς ένα ακόμη αστυνομικό δελτίο. Είναι ένα ηχηρό μήνυμα για την ανάγκη:
- αναθεώρησης των όρων πρόωρης αποφυλάκισης σε περιπτώσεις βαριάς βίας
- υποχρεωτικής, μακροχρόνιας ψυχιατρικής παρακολούθησης
- ουσιαστικής συνεργασίας Δικαιοσύνης, Υγείας και Κοινωνικών Υπηρεσιών






0 ΣΧΟΛΙΑ