Σαν σήμερα, 24 Δεκεμβρίου 1960: Ο Μίκης Θεοδωράκης μελοποιεί το «Άξιον Εστί» του Οδυσσέα Ελύτη

Η 24η Δεκεμβρίου του 1960 δεν ήταν απλώς η παραμονή μιας μεγάλης θρησκευτικής γιορτής για την Ελλάδα. Στο ημερολόγιο του ελληνικού πολιτισμού, η ημερομηνία αυτή καταγράφεται ως η στιγμή που ο Μίκης Θεοδωράκης, απομονωμένος σε ένα μικροσκοπικό διαμέρισμα στο Παρίσι, έβαζε τις πρώτες καθοριστικές νότες σε ένα έργο που έμελλε να αλλάξει τον ρου της νεοελληνικής μουσικής και να ταυτιστεί με τη συλλογική μνήμη του έθνους: το λαϊκό ορατόριο «Άξιον Εστί».
Η συνάντηση των Κολοσσών
Όλα ξεκίνησαν λίγους μήνες νωρίτερα, τον Σεπτέμβριο του 1960. Ο Οδυσσέας Ελύτης, έχοντας ολοκληρώσει το ποιητικό του αριστούργημα το 1959, πλησίασε τον Θεοδωράκη στο πατάρι του «Λουμίδη» στην Αθήνα. Ο ποιητής, εντυπωσιασμένος από τη μελοποίηση του «Επιταφίου» του Γιάννη Ρίτσου, ένιωσε ότι ο Μίκης ήταν ο μόνος που θα μπορούσε να δώσει μουσική πνοή στο δικό του «έργο ζωής». Του έδωσε το κείμενο και τη διεύθυνσή του στο Παρίσι, προτρέποντάς τον να το διαβάσει με την πεποίθηση ότι θα τον ενέπνεε.
Η έμπνευση μέσα στο «κλουβί» του Παρισιού
Όταν ο Θεοδωράκης έλαβε το ποίημα στο Παρίσι, η επίδρασή του ήταν ακαριαία. «Το ρούφηξα μονομιάς», έγραφε αργότερα στις σημειώσεις του. Η μελοποίηση ξεκίνησε ως ένας «χείμαρρος» που δεν μπορούσε να συγκρατηθεί. Μέσα στο μικρό δωμάτιο όπου έμενε με τη σύζυγό του Μυρτώ και τη μικρή τους κόρη Μαργαρίτα, ο Μίκης άρχισε να συνθέτει τα πρώτα μέρη: το «Ένα το Χελιδόνι», το «Της Δικαιοσύνης Ήλιε Νοητέ» και το «Ανοίγω το Στόμα μου».
Η παραμονή των Χριστουγέννων του 1960 τον βρήκε πάνω από τις παρτιτούρες, προσπαθώντας να βρει τη χρυσή τομή ανάμεσα στη βυζαντινή παράδοση, το λαϊκό τραγούδι και τη συμφωνική μουσική. Όπως ο ίδιος αποκάλυψε, η ανάγκη του για μια διαμαρτυρία ενάντια στο άδικο πήρε τη μορφή μιας «εκκλησιαστικής λειτουργίας». Έτσι γεννήθηκε η δομή του ορατορίου, χωρισμένη στη Γένεση, τα Πάθη και το Δοξαστικό.
Η στρατηγική αναμονή
Παρόλο που ο βασικός κορμός του έργου ολοκληρώθηκε σχεδόν το 1960, ο Θεοδωράκης επέλεξε να μην το παρουσιάσει αμέσως. Ένιωθε ότι το ελληνικό κοινό δεν ήταν ακόμα έτοιμο για μια τόσο σύνθετη μουσική φόρμα που ένωνε τον ήχο του μπουζουκιού με τη συμφωνική ορχήστρα και τον ψάλτη με τον λαϊκό τραγουδιστή. Περίμενε τέσσερα χρόνια, καλλιεργώντας το κοινό του μέσα από άλλους κύκλους τραγουδιών (Αρχιπέλαγος, Πολιτεία), μέχρι να έρθει η κατάλληλη στιγμή.
Το ιστορικό αποτύπωμα
Το έργο ηχογραφήθηκε τελικά το 1964 με τη συμμετοχή μυθικών προσωπικοτήτων: τον Γρηγόρη Μπιθικώτση ως λαϊκό τραγουδιστή, τον Μάνο Κατράκη στην αφήγηση και τον Θεόδωρο Δημήτριεφ ως ψάλτη. Η πρώτη δημόσια παρουσίαση έγινε στις 19 Οκτωβρίου 1964 στο θέατρο «ΡΕΞ», αφού η τότε κυβέρνηση είχε αρνηθεί την παραχώρηση του Ηρωδείου λόγω του «λαϊκού» χαρακτήρα του έργου.
Διαβάστε επίσης
Σήμερα, 65 χρόνια μετά από εκείνη την παραμονή Χριστουγέννων στο Παρίσι, το «Άξιον Εστί» δεν είναι απλώς ένας δίσκος. Είναι ένα μνημείο της σύγχρονης ελληνικής τέχνης, ένας ύμνος στον ελληνισμό και την ηθική στάση του λαού μας απέναντι στα δεινά της ιστορίας. Η μουσική του Θεοδωράκη και ο λόγος του Ελύτη παραμένουν αναπόσπαστα δεμένα, θυμίζοντάς μας ότι «αυτός ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας» θα είναι πάντα άξιος επαίνου μέσα από τη δημιουργία.






0 ΣΧΟΛΙΑ