Το δημογραφικό απειλεί το μέλλον του ΑΕΠ – «Το 2050 θα είμαστε 30% λιγότεροι»

Η EBRD (Ευρωπαϊκή Τράπεζα Ανασυγκρότησης και Ανάπτυξης) κρούει τον κώδωνα του κινδύνου, προειδοποιώντας ότι η γήρανση του πληθυσμού αποτελεί σοβαρή απειλή για την οικονομική ανάπτυξη, καθώς ήδη περιορίζει την αύξηση του ΑΕΠ και θέτει σε κίνδυνο τις μακροπρόθεσμες προοπτικές του. Η τράπεζα καλεί τα κράτη να αναλάβουν άμεσες πρωτοβουλίες.
Οι οικονομικές επιπτώσεις της γήρανσης του πληθυσμού
Στην εξαμηνιαία έκθεσή της, η EBRD σημειώνει ότι η μείωση του εργατικού δυναμικού στις χώρες της αναδυόμενης Ευρώπης αναμένεται να μειώσει την ετήσια αύξηση του κατά κεφαλήν ΑΕΠ κατά περίπου 0,4 ποσοστιαίες μονάδες μεταξύ 2024 και 2050. Η επικεφαλής οικονομολόγος της EBRD, Μπεάτα Τζάβορτσικ, επισημαίνει ότι «η τρέχουσα δημογραφική σύνθεση ήδη επιβραδύνει την αύξηση του βιοτικού επιπέδου και θα αποτελέσει εμπόδιο για την ανάπτυξη του ΑΕΠ στο μέλλον».
Η έκθεση αναδεικνύει ότι τα μετακομμουνιστικά έθνη «γερνούν πριν πλουτίσουν», με μέση ηλικία τα 37 έτη και μέσο ΑΕΠ κατά κεφαλήν μόλις 10.000 δολάρια το ένα τέταρτο της αξίας που καταγράφονταν σε προηγμένες οικονομίες τη δεκαετία του 1990. Παρά τα κίνητρα για αύξηση των γεννήσεων, κανένα μέτρο δεν έχει αποφέρει ουσιαστική αλλαγή, ενώ η μετανάστευση σε επίπεδο ικανό να αντισταθμίσει τη μείωση των γεννήσεων δεν είναι πολιτικά αποδεκτή.
Η κύρια λύση, σύμφωνα με την Τζάβορτσικ, είναι οι πολίτες να εργάζονται για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, κάτι που απαιτεί επανεκπαίδευση και πιθανές αλλαγές στα συνταξιοδοτικά συστήματα. Παράλληλα, η ενημέρωση των νεότερων γενεών θεωρείται κρίσιμη, καθώς εκείνοι θα επωμιστούν το βάρος των συνταξιοδοτικών συστημάτων «pay-as-you-go».
Σύμφωνα με την έκθεση, κανένα από τα μέτρα που μπορούν να αντισταθμίσουν τη μείωση των γεννήσεων δεν συγκεντρώνει πολιτική αποδοχή. Η γήρανση τόσο του πληθυσμού όσο και των ηγετών δυσχεραίνει τη λήψη αποφάσεων για τις συντάξεις και τη μετανάστευση. Στη μέση οικονομία παγκοσμίως, ο ηγέτης είναι πλέον 60 ετών, δηλαδή 19 χρόνια μεγαλύτερος από τον μέσο ενήλικα. Το χάσμα αυτό αυξήθηκε στις αυταρχικές κυβερνήσεις, φθάνοντας τα 26 χρόνια το 2023, από 19 χρόνια το 1960.
Για τα νεότερα κράτη μέλη της EBRD, όπως η Νιγηρία, η ενίσχυση της δημιουργίας θέσεων εργασίας και η επέκταση του ιδιωτικού τομέα αποτελούν προτεραιότητα, καθώς το «δημογραφικό επίδομα» που απολαμβάνουν είναι προσωρινό. Η Τζάβορτσικ τόνισε ότι «υπάρχει μόνο ένα παράθυρο ευκαιρίας, αυτές οι χώρες πρέπει να το εκμεταλλευτούν», αναφερόμενη στην πτώση των ποσοστών γεννήσεων και σε άλλες περιοχές της Αφρικής.
Σαφείς προειδοποιήσεις για τις δημογραφικές και εργασιακές προκλήσεις που αντιμετωπίζει και η Ελλάδα είχε απευθύνει και ο επικεφαλής του Κέντρου Κρήτης του ΟΟΣΑ, για τη Δυναμική των Πληθυσμών, Άρης Αλεξόπουλος. Με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία, ο κ. Αλεξόπουλος, μιλώντας στην ΕΡΤ ότι «γεννάμε λιγότερο, ζούμε περισσότερο και μετακινούμαστε περισσότερο», περιγράφοντας μια πραγματικότητα που ήδη επηρεάζει την αγορά εργασίας. Ο κ. Αλεξόπουλος υπογράμμισε ότι ο παραγωγικός πληθυσμός της χώρας, ηλικίας 15 έως 64 ετών, θα μειωθεί κατά περίπου 2 εκατομμύρια άτομα μέχρι το 2050.
«Σήμερα είμαστε στα 6,6 εκατομμύρια. Το 2050 θα είμαστε 30% λιγότεροι», ανέφερε, προειδοποιώντας ότι η εξέλιξη αυτή θα έχει άμεσο οικονομικό αποτύπωμα. Σύμφωνα με τον ίδιο, εάν δεν ενισχυθεί η παραγωγικότητα και το εργατικό δυναμικό, η χώρα κινδυνεύει να καταγράψει μείωση στο ΑΕΠ κατά 15%.
Από την πλευρά του, το Εργαστήριο Δημογραφικών και Κοινωνικών Αναλύσεων – Πανεπιστημίου Θεσσαλίας είχε κάνει την πρόβλεψη ότι τις επόμενες τρεις δεκαετίες θα συνεχιστεί η μείωση του πληθυσμού τής Ελλάδας και η δημογραφική του γήρανση, ενώ το πρόσημο του ισοζυγίου γεννήσεων/θανάτων θα παραμείνει αρνητικό.
Στη σχετική ανάλυση με τίτλο «Δημογραφικό» και υπογεννητικότητα στην Ελλάδα σήμερα: δημογραφικές αδράνειες και κοινωνικές προκλήσεις», συντάκτης της οποίας είναι η Ιφιγένεια Κοκκάλη, επίκουρη καθηγήτρια και διευθύντρια του Εργαστηρίου, υπογραμμίζεται η κατάρρευση των γεννήσεων, που το 2023 έφτασαν τις 72,3 χιλ., δηλαδή ήταν περίπου οι μισές από αυτές που καταγράφηκαν ετησίως κατά μέσο όρο την εικοσαετία 1951-1970.
«Οι λόγοι που ευθύνονται για αυτήν την κατάρρευση δεν εντοπίζονται μόνο εντός του πεδίου της δημογραφίας, αλλά αφορούν συνολικότερα τις κοινωνικές προκλήσεις που αντιμετωπίζει η Ελλάδα τις τελευταίες δεκαετίες», σημειώνεται χαρακτηριστικά. Μεταξύ των ετών 2011 και 2024, καταγράφονται σταθερά αρνητικά φυσικά ισοζύγια (γεννήσεις μείον θάνατοι), τα οποία -μαζί με τα επίσης αρνητικά μεταναστευτικά ισοζύγια της περιόδου- προκάλεσαν τη μείωση του πληθυσμού κατά σχεδόν 500 χιλ. άτομα.
Στην ανάλυση αναφέρεται ότι σήμερα η Ελλάδα καταγράφει από τους χαμηλότερους ετήσιους δείκτες γονιμότητας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με τη διαγενεακή γονιμότητα να κινείται στα 1,3-1,4 παιδιά/γυναίκα (στις γενεές που γεννήθηκαν γύρω από το 1980), δηλαδή, υπολείπεται σημαντικά του ορίου αναπαραγωγής (2,07 παιδιά/γυναίκα).
Παράλληλα, η Ελλάδα είναι μια σχετικά γερασμένη χώρα αφού σχεδόν το 23% των κατοίκων της είναι άνω των 65 ετών, ενώ το 2023 οι πάνω των 65 ήταν σχεδόν 1 εκατ. περισσότεροι από τους νέους 0-14 ετών. Την ίδια στιγμή παρατηρείται και προοδευτική αύξηση των ποσοστών ατεκνίας, τα οποία για τις γενεές γύρω από το 1980 αφορούν πλέον περίπου 1 στα 5 άτομα.






0 ΣΧΟΛΙΑ