Γιάννης Γκιωνάκης: 103 χρόνια από την γέννηση του σπουδαίου ηθοποιού – Η πορεία του και η απόπειρα δολοφονίας της ερωμένης του

Σαν σήμερα, 18 Σεπτεμβρίου 1922, γεννήθηκε στην Αθήνα ένας από τους πιο αγαπητούς και χαρακτηριστικούς ηθοποιούς του ελληνικού θεάτρου και κινηματογράφου, ο Γιάννης Γκιωνάκης. Με το μοναδικό του κωμικό ταλέντο και τον αριστοτεχνικό τρόπο που προσέγγιζε κάθε του ρόλο, κατάφερε να γίνει ένα αναπόσπαστο κομμάτι της ελληνικής καλλιτεχνικής κληρονομιάς.
Αν και ο πατέρας του, γιατρός στο επάγγελμα, οραματιζόταν τον Γιάννη να ακολουθήσει τα βήματά του, η μοίρα είχε άλλα σχέδια για εκείνον. Ο νεαρός Γκιωνάκης ξεκίνησε τις σπουδές του στην Ιατρική Σχολή Αθηνών, αλλά η κλήση του για την τέχνη ήταν πολύ πιο δυνατή. Πολύ γρήγορα, εγκατέλειψε τα ιατρικά βιβλία για να αφιερωθεί στο πάθος του, την υποκριτική. Έτσι, φοίτησε στη Δραματική Σχολή του Κάρολου Κουν, ενός από τους σπουδαιότερους δασκάλους του ελληνικού θεάτρου, θέτοντας τις βάσεις για μια λαμπρή καριέρα.
Θεατρικές επιτυχίες και επιθεώρηση
Το θεατρικό του ντεμπούτο έγινε το 1944, στην παράσταση «Τελευταίος Ασπροκόρακας». Η υποκριτική του δεινότητα, όμως, δεν περιοριζόταν στην κωμωδία. Ο Γκιωνάκης ήταν ένας εξαιρετικά ευέλικτος ηθοποιός που μπορούσε να ανταποκριθεί σε διαφορετικά είδη. Ερμήνευσε ρόλους σε έργα μεγάλων κλασικών συγγραφέων, όπως ο «Βυσσινόκηπος» του Τσέχωφ, αλλά και πιο σύγχρονα, όπως ο «Βυθός» και «Η Ζωή ξαναρχίζει».
Μεγάλες θεατρικές επιτυχίες του ήταν οι παραστάσεις «Η Σπασμένη Στάμνα» του Κλάιστ, ο «Κοριός» του Μαγιακόφσκι σε σκηνοθεσία Αλέξη Σολωμού και ο «Αρχοντοχωριάτης» του Μολιέρου. Παράλληλα, διέπρεψε και στην επιθεώρηση, συμμετέχοντας σε δημοφιλείς παραγωγές όπως «Βίρα τις άγκυρες», «Ο μπαμπάς εκπαιδεύεται», και «Ζητείται τεμπέλης». Η παρουσία του στη σκηνή ήταν πάντα μαγνητική, ενώ η ιδιαίτερη φωνή του και οι εκφράσεις του τον καθιέρωσαν ως έναν κλασικό ερμηνευτή έργων των κορυφαίων Ελλήνων συγγραφέων, όπως ο Δημήτρης Ψαθάς και ο Αλέκος Σακελλάριος.
Ένας θρύλος του ελληνικού κινηματογράφου
Ο Γιάννης Γκιωνάκης έκανε το ντεμπούτο του στον κινηματογράφο το 1946, στην ταινία «Παπούτσι από τον τόπο σου». Από τότε μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’80, συμμετείχε σε πάνω από 100 ταινίες, αφήνοντας το στίγμα του σε μερικές από τις πιο εμβληματικές στιγμές του ελληνικού σινεμά.
Οι ρόλοι του, συχνά ιδιόρρυθμοι, συμπαθητικοί ή γκαφατζήδες, τον έκαναν αναγνωρίσιμο στο ευρύ κοινό. Ποιος μπορεί να ξεχάσει την ερμηνεία του στα «Κίτρινα γάντια» (1960), όπου ο χαρακτήρας του ζει έναν εφιάλτη μέσα στο χάος και την παρεξήγηση; Εξίσου αξέχαστη ήταν και η παρουσία του στην ταινία «Η ωραία του κουρέα» (1969), καθώς και στο «Ένα αγόρι αλλιώτικο από τα άλλα» (1971), όπου απέδειξε την ικανότητά του να υποστηρίξει και πιο δραματικούς ρόλους. Άλλες αξιομνημόνευτες ταινίες του είναι «Το κορίτσι με τα παραμύθια» (1957) και «Ο άνθρωπος που έσπαγε πλάκα» (1972).
Όταν ο ηθοποιός Γιάννης Γκιωνάκης άνοιξε πυρ κατά της ερωμένης του
Ήταν 14 Οκτωβρίου 1984, όταν ο Γκιωνάκης πήγε στο σπίτι της ερωμένης του Αφροδίτης Κοζανιτά, στο Καστρί. Εκείνη την περίοδο ήταν παντρεμένος αλλά και παραδομένος σε εκείνη την «παράνομη» σχέση.
Ενώ η βραδιά κυλούσε ήρεμα η κουβέντα έφτασε και στο πότε ο ηθοποιός θα πάρει διαζύγιο από τη σύζυγό του.Ο καυγάς δεν άργησε να ξεσπάσει και πάνω στην ένταση της στιγμής η Αφροδίτη Κοζανιτά του είπε πως θέλει να χωρίσουν. Τότε ο Γκιωνάκης έβγαλε από την τσέπη του ένα πιστόλι. Πυροβόλησε τρεις φορές προς το μέρος της και στη συνέχεια έφυγε από το σπίτι.
Μπορεί στο Χόλιγουντ τα σκάνδαλα των διάσημων να είναι πολλά και, πλέον, σπάνια να προκαλούν αίσθηση αλλά η Ελλάδα δεν είναι Χόλιγουντ. Εδώ τα σκάνδαλα γίνονται πρώτο θέμα συζήτησης.
Ακόμα και σήμερα. Φανταστείτε ένα σκάνδαλο που περιλαμβάνει και «παράνομο» έρωτα και κουτσομπολιό και αίμα να συμβαίνει στην Ελλάδα της δεκαετίας του 1980. Πραγματικό πανηγύρι. Κάτι τέτοιο, λοιπόν, έγινε μια ημέρα σαν σήμερα. Ο Γιάννης Γκιωνάκης, μπορεί να ήταν παντρεμένος αλλά ήταν και ιδιαίτερα άστατος σαν χαρακτήρας και άπιστος σαν σύντροφος. Εκείνη την εποχή ο Γκιωνάκης είχε «παράνομο» δεσμό με την Αφροδίτη Κοζανιτά, τη μητέρα του γνωστού συνθέτη Φοίβου.
Αργά το απόγευμα της 14ης Οκτωβρίου 1984, ο Γκιωνάκης, τηλεφώνησε στην Κοζανιτά και της ζήτησε να βρεθούν διότι είχε περάσει μια κρίση ζαχάρου και ήθελε να συνέλθει και να νιώσει καλύτερα. Η Κοζανιτά ήταν χωρισμένη και έμενε στο Καστρί. Του είπε να περάσει από το σπίτι. Η βραδιά κυλούσε ήρεμα χωρίς τίποτα να προμηνύει αυτό που θα ακολουθούσε. Κάποια στιγμή η συζήτηση ανάμεσα στο «παράνομο» ζευγάρι, έφτασε στο πότε ο γνωστός ηθοποιός θα έπαιρνε διαζύγιο.
Αυτό ήταν ένα μόνιμο σημείο τριβής ανάμεσα στον Γκιωνάκη και την Κοζανιτά. Η ένταση άρχισε και πάλι να ανεβαίνει επικίνδυνα μέχρι που, τελικά, οι δυο τους έφτασαν στο σημείο να τσακώνονται ξανά. Πάνω στην ένταση της στιγμής η Αφροδίτη Κοζανιτά λέει στον Γκιωνάκη πως αυτή η κατάσταση δεν πάει άλλο και πως θέλει να χωρίσουν! Ο Γκιωνάκης αρχικά προσπάθησε να την ηρεμήσει αλλά η Κοζανιτά ήταν ανένδοτη και σηκώθηκε για να φύγει από το δωμάτιο. Εκείνος θόλωσε και την ακολούθησε. Έβγαλε από την τσέπη του ένα πιστόλι «Σμιθ & Γουέσον» που είχε πάντα μαζί του και πυροβόλησε προς το μέρος της Κοζανιτά τρεις φορές. Χωρίς να δει τι είχε συμβεί, ο Γκιωνάκης άνοιξε την εξώπορτα το σπιτιού και έφυγε. Την ίδια ώρα, η Κοζανιτά σοκαρισμένη, δεν έχει συνειδητοποιήσει τι της έχει συμβεί. Λίγες στιγμές αργότερα βλέπει τα αίματα και καταλαβαίνει πως έχει χτυπηθεί. Η μια από τις τρεις σφαίρες της έχει προκαλέσει ένα διαμπερές τραύμα στον αριστερό ώμο.
Η γυναίκα, αν και τραυματισμένη και με έντονη αιμορραγία, τηλεφωνεί στην αστυνομία και ζητάει βοήθεια. Στη συνέχεια, η Κοζανιτά, με τη βοήθεια των αστυνομικών μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο ΚΑΤ και εκεί διαπιστώθηκε πως ευτυχώς το τραύμα ήταν μεν σοβαρό αλλά δεν υπήρχε κανένας κίνδυνος για την υγεία της. Οι αστυνομικοί ρώτησαν την Κοζανιτά, τι είχε συμβεί και ποιος την είχε πυροβολήσει και εκείνη τους εξηγεί τα πάντα.
Το πρωί της επόμενης ημέρας οι αστυνομικοί συλλαμβάνουν τον Γιάννη Γκιωνάκη, τον ανακρίνουν, σχηματίζουν σε βάρος του δικογραφία για απόπειρα ανθρωποκτονίας και τον οδηγούν στον ανακριτή ο οποίος δίνει εντολή να προφυλακιστεί ο ηθοποιός. Όπως γίνεται εύκολα αντιληπτό όταν οι δημοσιογράφοι έμαθαν για το αιματηρό περιστατικό αλλά κυρίως για το ποιος ήταν ο αρνητικός πρωταγωνιστής του, έστησαν «πανηγύρι».
Διαβάστε επίσης
Ο Γκιωνάκης δηλώνει ξανά και ξανά πως λατρεύει τη σύντροφό του και πως δεν είχε την παραμικρή πρόθεση να τη σκοτώσει! Τις ημέρες που ακολούθησαν η «παράνομη» σχέση του διάσημου ηθοποιού βρίσκεται, σχεδόν καθημερινά, βρίσκεται στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων. Τότε δεν υπήρχαν ούτε «πρωινάδικα», ούτε «μεσημεριανάδικα». Όταν, πλέον, η υπόθεση έφτασε στα δικαστήρια ακολούθησε ένας νέος γύρος αντιπαραθέσεων και «γαργαλιστικών» αποκαλύψεων που γέμιζε τα πρωτοσέλιδα του Τύπου.
«Με υποψιαζόταν και έκανε απίθανα πράγματα. Με παρακολουθούσε συνεχώς με το ψευδώνυμο Δημητρακόπουλος και πολλές φορές στηνόταν κάτω από το σπίτι μου για να δει ποιος μπαίνει και ποιος βγαίνει. Μου έκανε πολλές σκηνές» είπε η Κοζανιτά στην κατάθεσή της στο δικαστήριο και περιέγραψε τον Γκιωνάκη ως έναν άνθρωπο ο οποίος ήταν παθολογικά ζηλιάρης, νευρικός και αθυρόστομος!
Όταν ο πρόεδρος του δικαστηρίου, ωστόσο, τη ρώτησε αν θεωρεί πως ο Γκιωνάκης είχε πρόθεση να τη σκοτώσει, η Κοζανιτά φρόντισε, ώστε, ο άνθρωπος με τον οποίο διατηρούσε «παράνομο» δεσμό να «πέσει» στα… μαλακά.
«Σας διαβεβαιώνω, ότι δεν ήρθε με πρόθεση να με δολοφονήσει. Αν ήθελε να με σκοτώσει, θα τα είχε καταφέρει. Σίγουρα έχει ελαττώματα, αλλά δεν είναι εγκληματική φυσιογνωμία», είχε καταθέσει η Αφροδίτη Κοζανιτά για τον Γκιωνάκη. Μετά από την κατάθεση της Κοζανιτά, ο εισαγγελέας της έδρας ζήτησε τη μετατροπή του κατηγορητηρίου από απόπειρα ανθρωποκτονίας σε επικίνδυνη σωματική βλάβη και την αναγνώριση ελαφρυντικού για το οποίο τόσο πολύ είχε παλέψει κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ο συνήγορος του Γκιωνάκη, Αλέξανδρος Λυκουρέζος. Τελικά, το δικαστήριο καταδίκασε τον, εμφανώς καταβεβλημένο, κουρασμένο και ταλαιπωρημένο Γιάννη Γκιωνάκη σε φυλάκιση 15 μηνών, ποινή η οποία ήταν εξαγοράσιμη. Ο ηθοποιός εξαγόρασε την ποινή του και έφυγε ελεύθερος από το δικαστήριο. Πολλοί λένε πως ο Γκιωνάκης μετά από εκείνο το αιματηρό περιστατικό δεν ήταν ποτέ ξανά ο ίδιος άνθρωπος. Ήταν μια ιστορία που τον σημάδεψε ανεξίτηλα.
Ο Γιάννης Γκιωνάκης έφυγε από τη ζωή στις 25 Αυγούστου 2002, αφήνοντας πίσω του μια πλούσια κληρονομιά. Ο μοναδικός του τρόπος να υποδύεται τους χαρακτήρες του, από τους πιο απλοϊκούς μέχρι τους πιο περίπλοκους, τον καθιέρωσε ως έναν σπουδαίο καλλιτέχνη που η μνήμη του παραμένει ζωντανή μέσα από τα έργα που δημιούργησε.






0 ΣΧΟΛΙΑ