Σαν σήμερα, 31 Αυγούστου 1923: Οι Ιταλοί καταλαμβάνουν και βομβαρδίζουν την Κέρκυρα

Μια από τις πιο ταπεινωτικές και επικίνδυνες στιγμές της νεότερης ελληνικής ιστορίας εκτυλίχθηκε σαν σήμερα, στις 31 Αυγούστου 1923, όταν η φασιστική Ιταλία υπό τον Μπενίτο Μουσολίνι εισέβαλε και κατέλαβε στρατιωτικά την Κέρκυρα. Ήταν μια κίνηση που αιφνιδίασε όχι μόνο την Ελλάδα, αλλά και ολόκληρη τη διεθνή κοινότητα, αποκαλύπτοντας το επιθετικό πρόσωπο του ιταλικού φασισμού και τις ιμπεριαλιστικές του βλέψεις στα Βαλκάνια.
Διαβάστε επίσης
Η δολοφονία της ιταλικής επιτροπής στα Ιωάννινα
Η αφορμή για τη σοβαρή αυτή κρίση προέκυψε τέσσερις ημέρες νωρίτερα, στις 27 Αυγούστου 1923, όταν πέντε Ιταλοί πολίτες, μέλη της διακρατικής επιτροπής για την οριστική χάραξη της ελληνοαλβανικής μεθορίου, δολοφονήθηκαν σε ενέδρα στον δρόμο Ιωαννίνων – Κακαβιάς.
Η επιτροπή αυτή είχε συσταθεί στο πλαίσιο της διεθνούς εποπτείας για την εφαρμογή των αποφάσεων που προέκυψαν μετά τη λήξη των Βαλκανικών και του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Μεταξύ των θυμάτων ήταν και ο επικεφαλής της αποστολής, Ιταλός στρατηγός Ενρίκο Τελίνι, ο οποίος είχε προκαλέσει την αντιπάθεια τόσο των Ελλήνων όσο και των Αλβανών, λόγω της αυστηρής και μεροληπτικής στάσης του.
Μαζί του σκοτώθηκαν ο ταγματάρχης Κόρτι, ο λοχαγός Μπανατσίνι, ένας διερμηνέας και ο οδηγός του οχήματος. Το γεγονός προκάλεσε διεθνή αναστάτωση, καθώς σημειώθηκε σε ουδέτερη περιοχή, όπου δρούσαν συμμορίες Αλβανών ληστών.
Η ελληνική κυβέρνηση εκείνης της περιόδου, υπό την Επαναστατική Επιτροπή του Νικολάου Πλαστήρα, καταδίκασε αμέσως το γεγονός και δήλωσε την πρόθεσή της να διεξαγάγει ανακρίσεις για τη σύλληψη των ενόχων, διαβεβαιώνοντας την ιταλική πλευρά πως δεν επρόκειτο για οργανωμένη ελληνική ενέργεια, αλλά για ενέδρα από άγνωστα στοιχεία – πιθανότατα ληστές ή ένοπλοι από την αλβανική πλευρά.
Το τελεσίγραφο της Ιταλίας
Παράλληλα, η Ελλάδα πρότεινε τη διεθνοποίηση της υπόθεσης, μέσω της Κοινωνίας των Εθνών (του προδρόμου του ΟΗΕ), προκειμένου να διασφαλιστεί η αντικειμενική έρευνα και η ειρηνική επίλυση της διαφοράς. Ωστόσο, ο Μουσολίνι, που επιθυμούσε να ενισχύσει το γόητρο του φασιστικού καθεστώτος του στο εσωτερικό της Ιταλίας και να στείλει ένα μήνυμα ισχύος στα Βαλκάνια, αποφάσισε να εκμεταλλευτεί πολιτικά το επεισόδιο.
Χωρίς να περιμένει τα αποτελέσματα των ερευνών, έστειλε στην ελληνική κυβέρνηση τελεσίγραφο με εξαιρετικά ταπεινωτικούς και υπερβολικούς όρους: απαίτησε την επίσημη συγγνώμη της ελληνικής κυβέρνησης προς την Ιταλία, την απόδοση στρατιωτικών τιμών στην ιταλική σημαία και στους νεκρούς, την τέλεση δημόσιου μνημοσύνου με την παρουσία του Υπουργικού Συμβουλίου, την καταδίκη των ενόχων σε θάνατο, τη συμμετοχή Ιταλού αξιωματικού στις ελληνικές ανακρίσεις και την καταβολή αποζημίωσης 50 εκατομμυρίων λιρετών.
Η ελληνική κυβέρνηση απέρριψε τα περισσότερα σημεία του τελεσιγράφου, θεωρώντας τα προσβλητικά για την εθνική αξιοπρέπεια και την κυριαρχία της χώρας. Προσφέρθηκε ωστόσο να βοηθήσει τις οικογένειες των θυμάτων και ζήτησε τη διερεύνηση της υπόθεσης από ειδική διεθνή επιτροπή. Η Ελλάδα υποστήριξε, βάσει των πρώτων ενδείξεων, ότι οι δολοφόνοι ήταν Αλβανοί ληστές, όπως είχε συμβεί και σε άλλα παρόμοια περιστατικά στην ευρύτερη παραμεθόριο περιοχή.
Κατάληψη της Κέρκυρας από τον ιταλικό στόλο
Ενώ η διπλωματική ένταση κορυφωνόταν και η Κοινωνία των Εθνών προσπαθούσε να διαμεσολαβήσει, η Ιταλία προχώρησε σε αιφνιδιαστική στρατιωτική δράση. Στις 31 Αυγούστου 1923, μια ισχυρή ναυτική δύναμη αποτελούμενη από 25 ιταλικά πολεμικά πλοία –μεταξύ αυτών τρία θωρηκτά, τέσσερα καταδρομικά, έξι αντιτορπιλικά, τορπιλακάτους και υποβρύχια– περικύκλωσε το νησί της Κέρκυρας και απαίτησε την παράδοσή του.
Ο νομάρχης της Κέρκυρας, Πέτρος Ευριπαίος, αρνήθηκε να υποχωρήσει στις ιταλικές πιέσεις. Οι Ιταλοί, χωρίς άλλη προειδοποίηση, άρχισαν να βομβαρδίζουν την πόλη, προκαλώντας το θάνατο δεκαπέντε αμάχων –ανάμεσά τους γυναίκες και παιδιά– και τον τραυματισμό τριάντα πέντε άλλων πολιτών. Ακολούθησε αποβίβαση ιταλικών στρατευμάτων και πλήρης κατοχή του νησιού, που σηματοδότησε μια πρωτοφανή παραβίαση της ελληνικής εθνικής κυριαρχίας. Για να υπογραμμίσουν την πρόθεσή τους να παραμείνουν, οι Ιταλοί τοποθέτησαν στην κορυφή του Παλαιού Φρουρίου έναν ξύλινο κόκορα, με την επιγραφή: «Όταν λαλήσει αυτός ο κόκορας, τότε οι Ιταλοί θα φύγουν από την Κέρκυρα».
Η Ελλάδα αντέδρασε έντονα, τόσο σε διπλωματικό όσο και σε επικοινωνιακό επίπεδο, καταγγέλλοντας τη βίαιη ενέργεια στην Κοινωνία των Εθνών και καλώντας τη διεθνή κοινότητα να αναλάβει δράση. Η διεθνής κοινή γνώμη, συγκλονισμένη από τη χρήση βίας και τους θανάτους αμάχων, έδειξε συμπάθεια προς την Ελλάδα. Η Κοινωνία των Εθνών ανέλαβε να επιληφθεί της υπόθεσης, αλλά βρέθηκε αντιμέτωπη με την άρνηση της Ιταλίας να αναγνωρίσει την αρμοδιότητά της.
Υπό την πίεση της Ιταλίας και της διπλωματικής ισχύος που ασκούσε τότε, η υπόθεση παραπέμφθηκε στη Διάσκεψη των Πρεσβευτών – έναν οργανισμό των μεγάλων δυνάμεων της εποχής, με σκοπό τη διαχείριση των μεταπολεμικών ζητημάτων στην Ευρώπη. Εκεί, η Ελλάδα αναγκάστηκε να αποδεχθεί μια λύση που περιλάμβανε την καταβολή της απαιτούμενης αποζημίωσης, την τέλεση μνημοσύνου για τους νεκρούς και τη διενέργεια ανακρίσεων υπό διεθνή επίβλεψη.
Μόνο μετά την ικανοποίηση των όρων αυτών, η Ιταλία αποδέχθηκε να αποσύρει τις στρατιωτικές της δυνάμεις από την Κέρκυρα. Η αποχώρηση πραγματοποιήθηκε στις 27 Σεπτεμβρίου 1923, με τους κατοίκους του νησιού να αποχαιρετούν ειρωνικά τους εισβολείς με το σύνθημα «Κουκουρίκου!».






0 ΣΧΟΛΙΑ