ΑΡΧΙΚΗ LIFE RETROMANIA

Κάμπελ: Η εβραϊκή συνοικία της Θεσσαλονίκης που καταστράφηκε από μετέπειτα συνεργάτες των Ναζί… με τις ευλογίες του Βενιζέλου

Κάμπελ: Η εβραϊκή συνοικία της Θεσσαλονίκης που καταστράφηκε από μετέπειτα συνεργάτες των Ναζί… με τις ευλογίες του Βενιζέλου
Το Πογκρόμ του Κάμπελ στη Θεσσαλονίκη έχει μείνει στην ιστορία
Athensmagazine Ορίστε μας ως προτεινόμενη πηγή ειδήσεων στο Google

Το μόνο που μαρτυρά σήμερα την ύπαρξη της εβραϊκής συνοικίας του Κάμπελ στη Θεσσαλονίκη είναι μια μνημειακή στήλη στη διασταύρωση των οδών Εθνικής Αντιστάσεως και Αριστείδου. Η εβραϊκή κοινότητα, που κάποτε αποτελούσε ζωτικό κομμάτι της πόλης, έχει πλέον σχεδόν εξαφανιστεί. Το Ολοκαύτωμα εξόντωσε τη συντριπτική πλειοψηφία των Εβραίων της Θεσσαλονίκης, καθώς περίπου 55.000 άνθρωποι μεταφέρθηκαν με τρένα στο Άουσβιτς και θανατώθηκαν στους θαλάμους αερίων, μαζί με όσα αισχρά έκαναν οι Ναζί στην Ελλάδα.

Ωστόσο, ο διωγμός των Θεσσαλονικέων Εβραίων δεν ξεκίνησε με το ναζιστικό καθεστώς. Ακόμα και πριν την κατοχή, οι Εβραίοι της πόλης είχαν στοχοποιηθεί από τους ίδιους τους συμπολίτες τους. Το πογκρόμ του Κάμπελ αποτελεί μία από τις πιο σκοτεινές στιγμές της ελληνικής ιστορίας. Υπεύθυνη για την καταστροφή ήταν η οργάνωση ΕΕΕ, η δράση της οποίας θυμίζει ανατριχιαστικά πρόσφατα γεγονότα. Αυτή η ομάδα, που παρουσιαζόταν ως «πατριωτική», ήταν στην πραγματικότητα βαθιά ρατσιστική και αργότερα φιλοναζιστική. Τα μέλη της, που πρωτοστάτησαν στην καταστροφή της εβραϊκής συνοικίας, έγιναν εργαλεία των Ναζί και στράφηκαν εναντίον των Ελλήνων ανταρτών.

Ποιοι ήταν οι… Τριεψιλίτες

Η Εθνική Ένωσις Ελλάς (ΕΕΕ), γνωστή και ως Τρία Έψιλον, ιδρύθηκε στη Θεσσαλονίκη κατά την ταραχώδη περίοδο του Μεσοπολέμου, μέσα σε ένα κλίμα ανασφάλειας, ξενοφοβίας και πολιτικής αστάθειας. Το καταστατικό της εγκρίθηκε στις 20 Ιανουαρίου 1927 και τον Φεβρουάριο του ίδιου έτους η οργάνωση αναγνωρίστηκε επίσημα.

Στα ιδρυτικά στελέχη περιλαμβάνονταν ο Αλέξανδρος Ουσταπασίδης, που αρχικά ανέλαβε προσωρινά την Προεδρία, καθώς και οι Γεώργιος Κοσμίδης, Δημήτριος Χαριτόπουλος, Χρήστος Νικολαΐδης, Μιχαήλ Τσομλεκτσόπουλος, Ιορδάνης Κανιόγλου, Σταύρος Σταυριανός, Διογένης Σισμανόγλου, Ιωάννης Παπαδόπουλος, Αβραάμ Παπαδόπουλος, Γεώργιος Πατερίδης, Μιχαήλ Εμμανουηλίδης, Ηλίας Παυλίδης, Κλεάνθης Νικολαΐδης και Αναστάσιος Πολυχρονιάδης. Μετά από εσωτερικές εκλογές, ο πρόσφυγας από την Κωνσταντινούπολη και εμποροράφτης Γεώργιος Κοσμίδης, παρά την ελλιπή του μόρφωση, ανέλαβε την Προεδρία, ενώ τη θέση του Γενικού Γραμματέα κατέλαβε ο τραπεζικός υπάλληλος Δημήτριος Χαριτόπουλος.

Σύμφωνα με το καταστατικό της, η ΕΕΕ παρουσιαζόταν ως «σωματείο αλληλοβοήθειας», με στόχους την οικονομική ενίσχυση των μελών, την εύρεση εργασίας και τη διευκόλυνση της διανομής εμπορευμάτων από βιομηχανικές και αγροτικές επιχειρήσεις όπου απασχολούνταν τα μέλη της. Παράλληλα, δήλωνε ότι αποσκοπούσε στη «διαφύλαξη των εθνικών αξιών, την αναζωογόνηση του εθνικού φρονήματος και την προστασία της Πατρίδας και της Οικογένειας». Ωστόσο, στην πραγματικότητα, η ΕΕΕ ήταν μια ακροδεξιά, αντισημιτική και αντικοινοβουλευτική παραστρατιωτική οργάνωση.

Τα γραφεία της στεγάζονταν στο Μέγαρον Ερμείον, στην οδό Πανταζίδου 8, στο κέντρο της Θεσσαλονίκης. Στα εγκαίνιά τους, στις 4 Ιανουαρίου 1931, παρευρέθηκαν εξέχουσες τοπικές προσωπικότητες, όπως ο Γενικός Διοικητής Μακεδονίας Στυλιανός Γονατάς και ο Δήμαρχος Θεσσαλονίκης Χαρίσιος Βαμβακάς. Η οργάνωση απολάμβανε στήριξη από υψηλά ιστάμενους, οι οποίοι παρείχαν κάλυψη στις ακραίες της δραστηριότητες.

Τα μέλη της, γνωστά και ως Τριεψιλίτες, αποτελούνταν κυρίως από έφεδρους αξιωματικούς και άτομα με έντονα εθνικιστικά και αντισλαβικά αισθήματα. Επίσης, στις τάξεις τους εντάσσονταν νέοι από τα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα. Χαρακτηριστικό τους γνώρισμα ήταν η ενδυμασία τους: κίτρινα πουκάμισα, μαύρες μπότες και μεταλλικά κράνη, ενώ κρατούσαν γκλομπ. Εξαιτίας της εμφάνισής τους, ήταν γνωστοί και ως «Χαλυβδόκρανοι» ή «Φαιοχίτωνες».

Η ΕΕΕ προωθούσε την ιδέα της φυλετικής καθαρότητας και ανωτερότητας της ελληνικής φυλής, οργανώνοντας βίαιες ενέργειες κατά των Εβραίων και όσων θεωρούσε αντιφρονούντες. Το πιο σύνηθες ήταν να επιτίθενται με πέτρες σε καφενεία και σημεία συγκέντρωσης. Η πρώτη δημόσια εμφάνιση της ΕΕΕ πραγματοποιήθηκε στις 4 Απριλίου του 1927 με την επονομαζόμενη «Έκκληση προς τον ελληνικό λαό». Καλούσαν τις Αρχές και τους πολίτες να συνταχθούν στη μάχη κατά του κομμουνισμού και των Εβραίων.

Αρχικά η ΕΕΕ είχε μικρή απήχηση αλλά σταδιακά, εκμεταλλευόμενη τις συνθήκες της εποχής, απέκτησε εκατοντάδες μέλη. Κατά κύριο λόγο χρηματοδοτούνταν από το Δήμο Θεσσαλονίκης, το Υπουργείο Πρόνοιας, τις Τράπεζες Εθνική και Εκδοτική και τον Σύνδεσμο των εν Ελλάδι Ανωνύμων Εταιρειών (τον πρόδρομο του Συνδέσμου Ελληνικών Βιομηχανιών). Επιπλέον έπαιρνε μεγάλα ποσά από αρκετούς ιδιώτες προσφέροντας τους υποστήριξη σε διάφορα θέματα.

Στις αρχές του 1932, η ΕΕΕ άρχισε να ιδρύει τις λεγόμενες Εθνικές Ενώσεις που είχαν στόχο την πάταξη των απεργιών

Οι εργάτες που ανήκαν στις Ενώσεις της ΕΕΕ, είχαν ως υποχρέωση «την υπακοή και την πειθαρχία προς τους εργοδότες τους, εισπράττοντας την εύνοια και την εμπιστοσύνη αυτών». Παράλληλα, σε συνεργασία με την υπηρεσία ασφάλειας, συγκρούονταν με απεργούς εργάτες.

Σταδιακά η ΕΕΕ απέκτησε μεγάλη δύναμη και βασιζόμενη στη στήριξη των τοπικών Αρχών και των δυνάμεων ασφαλείας πέταξαν τον μανδύα της πατριωτικής οργάνωσης. Τα μέλη της έγιναν εξαιρετικά βίαια ενώ αναπτύχθηκε παράλληλα έντονη αντισημιτική δράση.

Το πογκρόμ, οι επιθέσεις και ο Τύπος που έβγαλε… υπεύθυνους τους Εβραίους

Στα τέλη Αυγούστου του 1930 η οργάνωση βρήκε την αφορμή που έψαχνε για να χτυπήσει την εβραϊκή κοινότητα. Το σωματείο Μακαμπή της Βουλγαρίας έκανε γιορτή στη Σόφια για τα 25 χρόνια από την ίδρυσή της. Στη γιορτή κλήθηκε και η Μακαμπή Θεσσαλονίκης η οποία εκπροσωπήθηκε από τον Ισαάκ Κοέν.

Την ίδια ημέρα, στη Σόφια διεξαγόταν έκτακτο συνέδριο της ΕΜΕΟ, μιας οργάνωσης Βούλγαρων ανταρτών που επιδίωκε την προσάρτηση της Μακεδονίας στη Βουλγαρία. Ο Κοέν κατηγορήθηκε ότι παρακολούθησε το συνέδριο και υποστήριξε τη «απελευθέρωση» της Μακεδονίας από την Ελλάδα.

Παρά τη διάψευση από τον γενικό διοικητή Μακεδονίας, Στυλιανό Γονατά, ο οποίος δήλωσε: «Βεβαιώ ότι η έρευνα απέδειξε πως αυτό είναι απολύτως ανακριβές», ο Τύπος της εποχής καλλιέργησε έντονο κλίμα εχθρότητας απέναντι στους Εβραίους.

Η εφημερίδα «Μακεδονία», υπό την αρχισυνταξία του Νικόλαου Φαρδή, θερμού υποστηρικτή της ΕΕΕ, κατηγόρησε ανοιχτά τους Εβραίους για προδοσία και συνεργασία με τον εχθρό. Η κατάσταση επιδεινώθηκε, με την εβραϊκή κοινότητα να γίνεται στόχος έντονων επιθέσεων, ενώ οι Αρχές αγνόησαν τις εκκλήσεις για λήψη μέτρων προστασίας.

Στις 24 Ιουνίου 1931, το απόγευμα, η Εθνική Παμφοιτητική Ένωση, με την υποστήριξη του Πρύτανη του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου, Περικλή Βιζουκίδη, διένειμε προκηρύξεις με αντισημιτικό περιεχόμενο. Η αστυνομία, αντί να παρέμβει για την προστασία της κοινότητας, συνέλαβε έναν Εβραίο που είχε καταγγείλει τους διακινητές των προκηρύξεων, πυροδοτώντας περαιτέρω ένταση.

Στις 25 Ιουνίου του 1931, μια ομάδα οπλισμένων ατόμων επιτέθηκε στα γραφεία της Μακαμπή, που βρίσκονταν στη διασταύρωση Καραϊσκάκη με Πραξιτέλους. Προκλήθηκαν μεγάλες ζημιές και τραυματίστηκαν μέλη του σωματείου που βρίσκονταν μέσα στα γραφεία. Η αστυνομία έφτασε στο σημείο με χαρακτηριστική καθυστέρηση ενώ τα γεγονότα δεν καταδικάστηκαν από τις τοπικές αρχές. Η εφημερίδα «Μακεδονία» θα γράψει: «Η προκλητική στάσις των Εβραίων εξηρέθισε τους Έλληνας πολίτας και αι εθν. οργανώσεις απεφάσισαν να τιμωρήσουν τους κακοποιούς συμπολίτας – Την νύκτα εγένετο επίθεσις κατά των γραφείων των Μακαμπή».

Την επόμενη μέρα (26/6), μετά από κάλεσμα της ΕΕΕ, οι ομάδες των εθνικιστών, συνεδρίασαν και αποφάσισαν τη διάλυση της Μακαμπή. Σημειώθηκαν επιθέσεις κατά Εβραίων και το Διοικητικό Συμβούλιο της Ισραηλιτικής Κοινότητας της Θεσσαλονίκης, με επικεφαλής τον Αρχιραβίνο, ζήτησε από τον Στυλιανό Γονατά, να απονεμηθεί δικαιοσύνη για τα γεγονότα που προηγήθηκαν και να ληφθούν μέτρα για την προστασία τους. Η «Μακεδονία» κατήγγειλε ξανά τους Εβραίους ως συκοφάντες του τόπου γιατί διαμαρτύρονται, εντός κι εκτός της χώρας, για ασήμαντα επεισόδια.

Το μεσημέρι της 29ης Ιουνίου 1931, ομάδα εθνικιστών εισέβαλε στη μικρή εβραϊκή συνοικία «Έξι» στο Χαριλάου, προκαλώντας εκτεταμένες καταστροφές. Ωστόσο, απωθήθηκαν από ομάδα Εβραίων κατοίκων. Το απόγευμα της ίδιας ημέρας, η αστυνομία απέτρεψε όχλο περίπου 200 ατόμων που κατευθυνόταν στον εβραϊκό συνοικισμό της Τούμπας με σκοπό να τον πυρπολήσει. Λίγο αργότερα, οι ομάδες ενώθηκαν, σχηματίζοντας ένα πλήθος περίπου 2.000 ατόμων, οι περισσότεροι από τους οποίους ήταν οπλισμένοι. Υπό την καθοδήγηση της οργάνωσης ΕΕΕ, το πλήθος στράφηκε κατά του εβραϊκού συνοικισμού Κάμπελ.

Ο συνοικισμός Κάμπελ βρισκόταν στην περιοχή που σήμερα είναι γνωστή ως Βότση, στην Καλαμαριά. Η περιοχή είχε αγοραστεί από τον κτηματία Κάμπελ και πωλήθηκε στην Ισραηλιτική Κοινότητα Θεσσαλονίκης για να στεγάσει άπορους Εβραίους που είχαν χάσει τα σπίτια τους στην καταστροφική πυρκαγιά του 1917. Αργότερα, εκεί εγκαταστάθηκαν οικογένειες Εβραίων που μετακινήθηκαν λόγω της διάνοιξης της σημερινής οδού Σβώλου στο κέντρο της πόλης. Την εποχή της επίθεσης, στον συνοικισμό ζούσαν περίπου 220 οικογένειες.

Οι εθνικιστές, πολλοί από τους οποίους είχαν μαζί τους δοχεία βενζίνης, ξεκίνησαν να πυρπολούν σπίτια και καταστήματα. Ανάμεσα στις σημαντικές απώλειες ήταν το σχολείο, το φαρμακείο, η συναγωγή του συνοικισμού και το σπίτι του ραβίνου. Ταυτόχρονα, έστησαν οδοφράγματα για να εμποδίσουν την πρόσβαση των πυροσβεστικών αντλιών, ενώ δεκάδες άνθρωποι ξυλοκοπήθηκαν. Ο πληθυσμός του συνοικισμού, σε κατάσταση πανικού, εγκατέλειψε μαζικά τα σπίτια του, αναζητώντας καταφύγιο σε ασφαλέστερες περιοχές. Ανάμεσα στα θύματα ήταν και ο Λεωνίδας Παππάς, ένας χριστιανός φούρναρης της περιοχής, ο οποίος τραυματίστηκε θανάσιμα από πυροβολισμό στο στήθος και υπέκυψε λίγες ώρες αργότερα.

Επιθέσεις σημειώθηκαν και στον εβραϊκό συνοικισμό 151 την ίδια νύχτα. Μετά τις βιαιοπραγίες, ο συνοικισμός Κάμπελ είχε ουσιαστικά καταστραφεί. Εκατοντάδες οικογένειες είχαν χάσει τα σπίτια και τις περιουσίες τους, αφήνοντας πίσω τους μια βαθιά πληγή στην ιστορία της Θεσσαλονίκης.

Το Προεδρείο της Μακαμπή κατήγγειλε μέλη της ΕΕΕ και άλλων εθνικιστικών οργανώσεων. Κυρίως ο αθηναϊκός Τύπος κατηγόρησε τον Γονατά και το διευθυντή της αστυνομίας Γ. Καλοχριστιανάκη για απραγία, ενώ παράλληλα κατήγγειλαν τον Τύπο, τον κλήρο και τους πολιτευτές της Θεσσαλονίκης για τη στάση που κράτησαν απέναντι στα γεγονότα. Στις 30 Ιουνίου του 1931, πραγματοποιήθηκε διαδήλωση εναντίον της ΕΕΕ και της κυβέρνησης ενώ υπήρξαν αναφορές ότι η ΕΕΕ είχε από πριν σχεδιάσει τον εμπρησμό, με την ανοχή των Αρχών

Η κυβέρνηση απομάκρυνε τον Γονατά από τη θέση του και ως απάντηση το φιλικό προς την ΕΕΕ Δημοτικό Συμβούλιο της Θεσσαλονίκης μετονόμασε τον συνοικισμό Κάμπελ σε συνοικισμό «Στυλιανού Γονατά».

Οι έρευνες που διεξήχθησαν σχετικά με τον εμπρησμό της συνοικίας Κάμπελ, οδήγησαν στη σύλληψη 26 ατόμων και παραπέμφθηκαν σε δίκη 128 άτομα εκ των οποίων οι περισσότεροι ήταν Πόντιοι πρόσφυγες από την Καλαμαριά και την Τούμπα.

Ακολούθησε μήνυση από την ισραηλιτική κοινότητα, κατά των Κοσμίδη, Χαριτόπουλου και Φαρδή ως ηθικούς αυτουργούς των επεισοδίων. Ο Φαρδής και οι ηγέτες της ΕΕΕ ισχυρίστηκαν ότι δεν είχαν καμία ανάμιξη με τα γεγονότα και αφέθηκαν ελεύθεροι στις 21 Αυγούστου του 1931. Έξω από το αστυνομικό τμήμα που κρατούνταν τους περίμενε πλήθος κόσμου και τους αποθέωσε.

Αργότερα, ο Φαρδής μηνύθηκε από τη Μακαμπή για συκοφαντική δυσφήμηση αλλά δίκη δεν έγινε ποτέ. Μάλιστα ο Φαρδής, και οι συνήγοροι της ΕΕΕ κατέθεσαν μήνυση εναντίον της Μακαμπή για εσχάτη προδοσία.

Τα γεγονότα στο Κάμπελ και η καταστροφή του μεγαλύτερου μέρους του συνοικισμού ουσιαστικά ισχυροποίησαν την ΕΕΕ που ως τα τέλη του 1931 είχε πάνω από 5.000 μέλη και τεράστια έσοδα. Έπαιξε σημαντικό ρόλο στην πολιτική ζωή της περιοχής και χρησιμοποιήθηκε για να εξυπηρετήσει διάφορα συμφέροντα. Κατά διαστήματα οι Τριεψιλίτες έκαναν επιθέσεις και κατέστρεφαν περιουσίες.

Έπρεπε να φτάσουμε τον Απρίλιο του 1932 για να ξεκινήσει η δίκη των υπευθύνων για τον εμπρησμό της συνοικίας Κάμπελ, συμπεριλαμβανομένων των Κοσμίδη, Χαριτόπουλο και Φαρδή. Η δίκη έγινε στο δικαστικό μέγαρο της Βέροιας και κατά τη διάρκεια της έγινε εμφανής η στενή συνεργασία της ΕΕΕ με την εφημερίδα «Μακεδονία».

Όμως οι ένορκοι έκριναν αθώους τόσο τους ηγέτες της ΕΕΕ όσο και τον αρχισυντάκτη της εφημερίδας. Όλοι τους απαλλάχθηκαν από τις κατηγορίες, λόγω έλλειψης στοιχείων και στις 17 Απριλίου του 1932 αφέθηκαν ελεύθεροι. Πλήθος περίμενε τους αθωωθέντες στον σιδηροδρομικό σταθμό της Θεσσαλονίκης.

Οι… Τριεψιλίτες συνεργάτες των Ναζί

Μετά τη δίκη, η ΕΕΕ γνώρισε σημαντική επέκταση, φτάνοντας τα 32 παραρτήματα και περισσότερα από 7.000 μέλη. Στην Αθήνα, δημιουργήθηκε παράρτημα της οργάνωσης στην οδό Κέκροπος, με Πρόεδρο τον Ι. Λαζαρή και Γενικό Γραμματέα τον Δ. Πολυμέρη.

Παράλληλα, ιδρύθηκε και παράρτημα γυναικών, με Πρόεδρο την Ευθυμία Αγγελομάτη. Η δραστηριότητα της ΕΕΕ επεκτάθηκε και σε διάφορες συνοικίες της πόλης, όπως στη Νέα Ιωνία, με Πρόεδρο τον Ν. Συμεωνίδη, στη Νεάπολη υπό τον Μ. Σκευοφύλακα, στα Πετράλωνα υπό τον Δ. Γιαννακόπουλο και στον Βύρωνα υπό τον Α. Αραδούλη. Επιπλέον, παραρτήματα της ΕΕΕ ιδρύθηκαν και στο εξωτερικό, όπως στην Αίγυπτο, την Ελβετία και τις ΗΠΑ.

Η ΕΕΕ εξελίχθηκε σε αυτό που σήμερα θα αποκαλούσαμε εγκληματική οργάνωση, αναλαμβάνοντας βίαιες δράσεις κατά εργατών και πολιτικών αντιπάλων. Διοργάνωνε επιθέσεις σε διαδηλώσεις και συγκεντρώσεις απεργών, επιδιώκοντας να επιβάλει τη βία ως μέσο πολιτικής παρέμβασης.

Το 1933, κυκλοφόρησε για πρώτη φορά, αν και για περιορισμένο χρονικό διάστημα, η πρωινή εφημερίδα της ΕΕΕ με τίτλο «Δράσις». Διευθυντής της ήταν ο Αρίστος Χασηρτζόγλου. Η εφημερίδα δημοσίευε προπαγανδιστικά κείμενα, όπως αποσπάσματα από τα «Πρωτόκολλα της Σιών» και το βιβλίο «Ο Αγών μου» του Αδόλφου Χίτλερ. Τα μέλη της ΕΕΕ διανέμαν την εφημερίδα δωρεάν σε καφενεία και στέκια, όπου συγκεντρώνονταν νεαροί, ενώ αν κάποιος αρνιόταν να τη δεχθεί, συχνά ακολουθούσαν επεισόδια.

Η πρώτη ρήξη στην οργάνωση σημειώθηκε με την απόφαση για τη μετατροπή της σε πολιτικό κόμμα. Τον Νοέμβριο του 1933, ιδρύθηκε το «Εθνικοσοσιαλιστικόν Κόμμα – Εθνική Ένωσις Ελλάς», με ηγέτη τον Γ. Κοσμίδη. Ωστόσο, σύντομα ο Δ. Χαριτόπουλος αποχώρησε και επανίδρυσε την ΕΕΕ, οδηγώντας σε διάσπαση. Στις 24 Ιουνίου 1933, υπό την ηγεσία του νέου κόμματος, διοργανώθηκε η πρώτη συνάντηση για τη δημιουργία χιτλερικού παραρτήματος στη Θεσσαλονίκη, ενώ η ομάδα του Χαριτόπουλου ακολούθησε ανεξάρτητη πορεία.

Το «Εθνικοσοσιαλιστικόν Κόμμα – Εθνική Ένωσις Ελλάς» συμμετείχε στις δημοτικές εκλογές της Θεσσαλονίκης στις 11 Φεβρουαρίου 1934, όπου έλαβε 798 ψήφους (2,4%). Στα Ιωάννινα, ο υποψήφιος Σ. Μαρτίνης πήρε 913 ψήφους και εξελέγη δημοτικός σύμβουλος. Στον Πειραιά, στην Κοκκινιά, εξελέγησαν δύο μέλη του κόμματος, ο Αξαρλής και ο Χρυσοχέρης.

Η ΕΕΕ διατηρούσε επαφές και με τη ρουμανική οργάνωση «Σιδηρά Φρουρά» του Κορνηλίου Κοντρεάνου, υπογραμμίζοντας τη συμμαχία τους κατά των Εβραίων και των κομμουνιστών. Στις εθνικές εκλογές της 26ης Ιανουαρίου 1936, η Εθνική Ένωσις Ελλάς, υπό τον Κλ. Παπανικολάου, συγκέντρωσε μόλις 0,04%, λαμβάνοντας 505 ψήφους, εκ των οποίων οι 295 προέρχονταν από τη Θεσσαλονίκη. Μετά από αυτή την αποτυχία, η οργάνωση περιέπεσε σε αφάνεια, ενώ τα περισσότερα μέλη της απορροφήθηκαν από το καθεστώς της 4ης Αυγούστου.

Με την εισβολή των Γερμανών στην Ελλάδα, τα πρώην μέλη της ΕΕΕ αναδιοργανώθηκαν, μετατρέποντας εκ νέου τα γραφεία της ΕΟΝ στη Θεσσαλονίκη σε κεντρικά γραφεία της οργάνωσης, με στόχο τη συνεργασία με τις κατοχικές αρχές. Η ΕΕΕ ανασυστάθηκε υπό την αιγίδα και τη χρηματοδότηση των SS, ενώ στα μέσα του 1944 ο αρχηγός της SIPo/SD, Walter Blume, συνέχισε να ενισχύει οικονομικά την οργάνωση.

Η ηγεσία της αναδιοργανωμένης ΕΕΕ ανατέθηκε στον Γεώργιο Πούλο (γνωστό και ως Πούλιο), συνταγματάρχη μηχανικού και συνεργάτη των Γερμανών, ο οποίος υπηρετούσε στη μονάδα αντικατασκοπείας Sonderkommando 2000. Ο Πούλος πρόβαλε την ΕΕΕ ως παράρτημα του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος της Γερμανίας στην Ελλάδα.

Ωστόσο, λόγω αυθαίρετων ενεργειών της οργάνωσης, οι κατοχικές αρχές απαίτησαν τη διάλυσή της. Παρά την επίσημη απόφαση διάλυσης από το Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης στις 6 Οκτωβρίου 1941, η ΕΕΕ συνέχισε να λειτουργεί παράνομα, στρατολογώντας νέα μέλη με ψευδείς υποσχέσεις. Οι γερμανικές αρχές αντελήφθησαν αυτές τις πρακτικές τον Σεπτέμβριο του 1941 και ζήτησαν την οριστική διάλυση της οργάνωσης.

Ο Πούλος στη συνέχεια εντάχθηκε στο 2ο Σύνταγμα Brandenburg και έδρασε κυρίως στις περιοχές Πτολεμαΐδας και Γιαννιτσών. Τον Σεπτέμβριο του 1943, ίδρυσε το Τάγμα Πούλου («Poulos Verband»), το οποίο συμμετείχε σε επιχειρήσεις κατά των Ελλήνων ανταρτών, εξοπλισμένο και χρηματοδοτούμενο από τις ναζιστικές δυνάμεις.

Το καλοκαίρι του 1941, η ΕΕΕ ανασυγκροτήθηκε και στην Αθήνα, με επικεφαλής τον δικηγόρο Κωνσταντίνο Γούλα από τη Θεσσαλονίκη. Με την υποστήριξη των SS, η οργάνωση στράφηκε ενεργά κατά του ΕΑΜ, ενώ ήταν υπεύθυνη για πολλές συλλήψεις και εκτελέσεις. Ο Γ. Αρβανιτάκης, πρώην κομμουνιστής και μετέπειτα συνδικαλιστής επί του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου, συμμετείχε στην ΕΕΕ, αναλαμβάνοντας τη στρατολόγηση νέων μελών. Μαζί με τον Γούλα οργάνωσαν ομάδες για την καταστολή των ανταρτών, σχηματίζοντας τμήματα που έδρασαν σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας.

Στη Θεσσαλονίκη, η ΕΕΕ συνεργάστηκε με τις γερμανικές αρχές, παραδίδοντας λίστες Εβραίων, οι οποίοι στη συνέχεια συνελήφθησαν και μεταφέρθηκαν στα στρατόπεδα θανάτου. Τα μέλη της οργάνωσης κατέλαβαν τις περιουσίες των θυμάτων. Τον Απρίλιο του 1944, την Προεδρία της ΕΕΕ στη Θεσσαλονίκη ανέλαβε ο Βασίλειος Έξαρχος, καθηγητής της Θεολογικής Σχολής και συνεργάτης των Γερμανών.

Με την αποχώρηση των Γερμανών το φθινόπωρο του 1944, πολλά μέλη της ΕΕΕ τους ακολούθησαν, φεύγοντας από την Αθήνα με αμαξοστοιχία. Στην ομάδα αυτή βρίσκονταν ο Κωνσταντίνος Γούλας, ο Ι. Κοσμίδης με την οικογένειά του, καθώς και η οικογένεια του Πούλου. Μέχρι το τέλος του 1944, η ΕΕΕ είχε πάψει να υφίσταται. Ορισμένα μέλη της εκτελέστηκαν ως αντίποινα, ενώ άλλα εκμεταλλεύτηκαν το εμφυλιακό κλίμα για να «ξεπλυθούν», καταλαμβάνοντας μάλιστα σημαντικές θέσεις, παρουσιάζοντας τον εαυτό τους ως πατριώτες.

0 ΣΧΟΛΙΑ

Προσθήκη Σχόλιου