Σαν σήμερα 26/6 το 1925: Ο Θεόδωρος Πάγκαλος διαλύει το Κοινοβούλιο και κηρύσσει δικτατορία

Σαν σήμερα, ο στρατηγός Θεόδωρος Πάγκαλος διαλύει το Κοινοβούλιο και ανακηρύσσει τη δικτατορία του, η οποία θα αποδειχθεί σύντομη. Ένα πραξικόπημα που δικαιολογήθηκε στο όνομα των ηθικών αρχών και αξιών, όπως αναφέρει ο Ιάκωβος Δ. Μιχαηλίδης σε άρθρο του το 2009.
Ο στρατηγός Θεόδωρος Πάγκαλος κατέλαβε την εξουσία με πραξικόπημα, ανατρέποντας την κυβέρνηση του Ανδρέα Μιχαλακόπουλου. Η στρατιωτική αυτή παρέμβαση έβαλε τέλος στην περίοδο ακυβερνησίας που είχε καταβάλει την ελληνική πολιτική σκηνή μετά τη μικρασιατική καταστροφή, καθώς στην εξουσία εναλλάσσονταν αδύναμοι και ασυνεπείς κομματικοί σχηματισμοί, κυρίως από την παράταξη των Βενιζελικών.
Διαβάστε επίσης
Ο Πάγκαλος, με αυτή την ενέργεια, αξιοποίησε τη φήμη του ως ικανός και αποτελεσματικός αξιωματικός. Η φήμη αυτή εδραιώθηκε ιδιαίτερα όταν, σε σύντομο χρονικό διάστημα, ανασύνταξε τα υπολείμματα του ελληνικού στρατού, δημιουργώντας την ισχυρή Στρατιά του Έβρου. Παράλληλα, παρείχε πολύτιμα επιχειρήματα στην ελληνική αντιπροσωπεία που συμμετείχε στις διαπραγματεύσεις της Συνθήκης της Λωζάννης το 1923, ενισχύοντας τη θέση της χώρας στο τραπέζι των συνομιλιών.
Με προκήρυξή του προς τον ελληνικό λαό την ίδια ημέρα, ο Πάγκαλος επιχείρησε να αιτιολογήσει τις ενέργειές του. Χαρακτηρίζοντας την κυβέρνηση Μιχαλακόπουλου ως «αμαρτωλή», υποσχέθηκε «χρηστή διοίκηση, ισοπολιτεία, ασφάλεια και δικαιοσύνη», ενώ διακήρυξε την αμείλικτη πάταξη «άνευ οίκτου» των ποικιλόμορφων καταχραστών, «οι οποίοι κατακλέπτουν αναιδώς τον ιδρώτα του λαού».
Η επίκληση ηθικών αρχών από τον δικτάτορα είχε ως στόχο την εκτόνωση των αντιδράσεων από τα βενιζελογενή κόμματα για την πρωτοβουλία του. Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσονταν και οι επαφές του με κορυφαίους παράγοντες του πολιτικού χώρου, ειδικότερα με τον ηγέτη της Δημοκρατικής Ένωσης, Αλέξανδρο Παπαναστασίου. Ο Παπαναστασίου συμφώνησε να στηρίξει τον Πάγκαλο, λαμβάνοντας ως αντάλλαγμα υποσχέσεις για την ψήφιση νέου Συντάγματος — υποσχέσεις που, όπως αποδείχθηκε στη συνέχεια, ήταν κενές και απατηλές.
Μετά τις εξελίξεις αυτές, ο Θεόδωρος Πάγκαλος εμφανίστηκε στις 30 Ιουνίου 1925 ενώπιον της Εθνοσυνέλευσης για να παρουσιάσει τις προγραμματικές δηλώσεις της κυβέρνησής του και να ζητήσει ψήφο εμπιστοσύνης. Με 185 ψήφους υπέρ επί συνόλου 208, η κυβέρνηση του Πάγκαλου εξασφάλισε κοινοβουλευτική νομιμοποίηση.
Ωστόσο, οι δηλώσεις που έκανε αμέσως μετά τη συνεδρίαση έκρυβαν μια δυσάρεστη έκπληξη για τους υποστηρικτές του. «Είμεθα κατάστασις», ανέφερε χαρακτηριστικά. «Δι’ ημάς δεν υπάρχει βενιζελισμός και κωνσταντινισμός, διότι δεν υπάρχουν πλέον τα πρόσωπα που εκπροσωπούν τα δύο αυτά κόμματα. Ο μεν Βενιζέλος απέθανε πολιτικώς, ο δε Κωνσταντίνος φυσιολογικώς».
Η απομάκρυνση του Πάγκαλου από το βενιζελικό στρατόπεδο ήταν η πρώτη του συνειδητή πολιτική κίνηση μετά την εδραίωση της εξουσίας του. Παράλληλα, η προσέγγιση στελεχών από το αντιβενιζελικό στρατόπεδο ήρθε ως φυσική συνέχεια μιας προσωπικής στρατηγικής που αποσκοπούσε στην υπέρβαση του πολιτικού συστήματος της εποχής και στη σταδιακή του καθιέρωση ως δικτάτορα. Αυτή η διαδικασία εδραιώθηκε συμβολικά στις 29 Σεπτεμβρίου 1925, όταν με διάταγμα διαλύθηκε η Δ΄ Συντακτική Συνέλευση, και ολοκληρώθηκε στις 5 Ιανουαρίου 1926. Λίγους μήνες αργότερα, στις 4 και 11 Απριλίου 1926, ο Θεόδωρος Πάγκαλος εξελέγη από τον λαό ως Πρόεδρος της Δημοκρατίας, επιβεβαιώνοντας τη θέση του στην κορυφή της πολιτικής εξουσίας.
Διαβάστε επίσης
Διολίσθηση στον αυταρχισμό
Η σταδιακή μετατροπή του καθεστώτος σε αυταρχική μορφή διακυβέρνησης εξελίχθηκε ως φυσικό επακόλουθο και επιβεβαιώθηκε τους επόμενους μήνες μέσω μαζικών διώξεων και εκτοπισμών πολιτικών αντιπάλων. Οι διώξεις στόχευαν κυρίως κομμουνιστές, αλλά δεν περιορίστηκαν σε αυτούς, καθώς επεκτάθηκαν και σε Βενιζελικούς, όπως ο Νικόλαος Πλαστήρας, που οδηγήθηκε στην εξορία. Παράλληλα, ανεστάλη η έκδοση ορισμένων εφημερίδων, ανάμεσά τους και της «Καθημερινής», στις 14 Οκτωβρίου 1925.
Ο ίδιος ο Πάγκαλος δεν απέκρυψε ποτέ τις προθέσεις του. Δήλωνε με χαρακτηριστική αυτοπεποίθηση στους άνδρες της Ταξιαρχίας Δημοκρατικής Φρουράς, που αποτελούσαν τον θεμέλιο λίθο της εξουσίας του: «Επειδή βλέπω ότι είναι πλέον αδύνατον να εμπιστευόμαστε στον κοινοβουλευτισμό, αποφάσισα να αλλάξω την πορεία μου. Εφεξής στηρίζομαι στην εμπιστοσύνη του στρατού, ο οποίος αποτελεί τη νησίδα των εθνικών ελπίδων».
Επικίνδυνες αντιφάσεις στην εξωτερική πολιτική
Στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής, η διακυβέρνηση Πάγκαλου σημαδεύτηκε από μια σειρά αντιφατικών ενεργειών. Απώτερος στόχος του πρέπει να ήταν, σύμφωνα με τα λεγόμενά του, η προετοιμασία της χώρας για επανάληψη των πολεμικών επιχειρήσεων με την Τουρκία και η ανατροπή της συνθήκης της Λωζάννης. «Ο Πάγκαλος είχε χωρίς αμφιβολία πολλά στρατηγικά προσόντα», κατέγραψε στις «Αναμνήσεις» του ο Γεώργιος Μόδης. «Είχε μόρφωσι, φαντασίαν, πυγμήν. Πολλοί τον θεωρούσαν τον καλλίτερο Στρατηγό μας… Ηταν όμως και “εξαιρετικό τυρί σε σκυλίσιο τομάρι”, όπως πολλοί έλεγαν».
Εισβολή στη Βουλγαρία
Στο πλαίσιο του Μακεδονικού ζητήματος, το ελληνοβουλγαρικό επεισόδιο στο Πετρίτσι τον Οκτώβριο του 1925 αποτέλεσε σημείο καμπής. Ο Θεόδωρος Πάγκαλος, με εντολή προς το Γ΄ Σώμα Στρατού, διέταξε εισβολή σε βουλγαρικό έδαφος, με στόχο την τιμωρία των κομιτατζήδων, οι οποίοι πραγματοποιούσαν τρομοκρατικές επιδρομές στην ελληνική Μακεδονία. Η ενέργεια αυτή, ωστόσο, οδήγησε στην καταδίκη της Ελλάδας από την Κοινωνία των Εθνών και στην επιβολή υψηλής χρηματικής αποζημίωσης στη χώρα μας.
Στις 17 Αυγούστου 1926, η Ελλάδα και η Γιουγκοσλαβία υπέγραψαν μυστικές συμφωνίες που παραχώρησαν στους Σέρβους σημαντικά προνόμια στην ελληνική Μακεδονία. Ειδικότερα, οι Γιουγκοσλάβοι εξασφάλισαν ενισχυμένη παρουσία στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης, ενώ η Ελλάδα αναγνώρισε την ύπαρξη σερβικής μειονότητας στο έδαφός της. Οι όροι αυτοί προκάλεσαν σοβαρές αναταράξεις στο ελληνικό πολιτικό σκηνικό και επιτάχυναν την πτώση του Θεόδωρου Πάγκαλου από την εξουσία.
Ο Γεώργιος Κονδύλης, με την υποστήριξη των Δημοκρατικών Ταγμάτων που κάποτε ήταν πιστά στον Πάγκαλο, ηγήθηκε ενός νέου κινήματος. Παρά τη σθεναρή αντίσταση του δικτάτορα, το κίνημα επικράτησε, οδηγώντας στη σύλληψη και φυλάκιση του Πάγκαλου. Παρέμεινε φυλακισμένος έως τον Ιούνιο του 1928, όταν αποφυλακίστηκε με απόφαση της κυβέρνησης Βενιζέλου. Ωστόσο, η πολιτική του καριέρα είχε ουσιαστικά τελειώσει.
Κατά την απολογία του ενώπιον της Ανακριτικής Επιτροπής της Βουλής το 1928, ο Πάγκαλος υπερασπίστηκε αμετακίνητα τις πράξεις του. «Εάν αναγκάστηκα να λάβω αυστηρά μέτρα», δήλωσε, «το έπραξα αποκλειστικά για να προασπίσω τα συμφέροντα του συνόλου και να αντιμετωπίσω τη γάγγραινα που απειλούσε την υπόσταση του Κράτους και της Κοινωνίας». Στρέφοντας το βλέμμα στους κατηγόρους του, πρόσθεσε με περιφρόνηση: «Απέκλεισα τις Θερμοπύλες του Έβρου στον αλαζονικό νικητή της Μικράς Ασίας και έσωσα εκατοντάδες εκατομμύρια του ελληνικού λαού. Εκπλήρωσα το καθήκον μου απέναντι στον λαό και το έθνος. Αδιαφορώ για κάθε δίωξη ή κατηγορία. Θεωρώ ως μοναδική αμοιβή τη γαλήνη της συνείδησής μου και την κρίση της Ιστορίας».
Η δικτατορία του Θεόδωρου Πάγκαλου αποτελεί μέρος μιας αλληλουχίας διαδοχικών στρατιωτικών εκτροπών και παρεμβάσεων στην πολιτική ζωή της Ελλάδας. Αυτή η τάση ξεκίνησε με το κίνημα της 3ης Σεπτεμβρίου 1843, «νομιμοποιήθηκε» με το κίνημα στο Γουδί τον Αύγουστο του 1909 και κορυφώθηκε ως φαινόμενο κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου. Παρά τις θετικές πτυχές που μπορεί να είχαν ορισμένα από αυτά τα κινήματα, είναι αδιαμφισβήτητο ότι συνιστούσαν παραβιάσεις του Συντάγματος. Αντικατοπτρίζουν ένα ανώμαλο φαινόμενο μιας εύθραυστης δημοκρατίας, η οποία χρειάστηκε να περιμένει μέχρι τη Μεταπολίτευση του 1974 για να φτάσει στην ωριμότητά της.






0 ΣΧΟΛΙΑ