Το παγκόσμιο θερμόμετρο ανεβαίνει: Οι 6 άγνωστοι πόλεμοι που αποδεικνύουν ότι ο πλανήτης είναι «καζάνι που βράζει»

Το παγκόσμιο θερμόμετρο δείχνει να ανεβαίνει διαρκώς, με την κρίση ανάμεσα σε Ινδία και Πακιστάν να κλιμακώνεται και τις δύο χώρες να βρίσκονται εν μέσω εχθροπραξιών, τη στιγμή που και ο υπόλοιπος πλανήτης παραμένει σε «αναμμένα κάρβουνα».
Πολλές είναι, άλλωστε, οι πολεμικές συγκρούσεις που ταλαιπωρούν αρκετές περιοχές, όπως ο ρωσοουκρανικός πόλεμος που συνεχίζεται από το 2014, όταν και καταλήφθηκε η Κριμαία, μέχρι και στις μέρες μας, όπως και η προσπάθεια του Ισραήλ να καταλάβει τη Γάζα στο διαρκή πόλεμο με την Παλαιστίνη, ή η διαρκής διαμάχη στη Συρία, σε ένα από τα μεγάλα «μέτωπα» του Ισλαμικού Κράτους, με αρκετούς ακόμη πολέμους να βρίσκονται στο επίκεντρο.
Στις τελευταίες εξελίξεις ανάμεσα σε Ινδία και Πακιστάν, ο πρωθυπουργός του Πακιστάν δεσμεύθηκε να «εκδικηθεί» για «κάθε σταγόνα» αίματος που χύθηκε από τα πυραυλικά πλήγματα της Ινδίας. Σύμφωνα με το Νέο Δελχί, οι επιθέσεις αυτές πραγματοποιήθηκαν ως αντίποινα για την πρόσφατη επίθεση στο Κασμίρ.
Η δήλωση αυτή υποδηλώνει τον κίνδυνο άμεσης κλιμάκωσης στη σοβαρότερη σύγκρουση των τελευταίων δεκαετιών μεταξύ των δύο γειτονικών χωρών, οι οποίες διαθέτουν πυρηνικά οπλοστάσια, προσθέτοντας πιθανότατα άλλη μια πολεμική σύρραξη σε μια ήδη ταλαιπωρημένη περιοχή, όπως υπάρχουν κι άλλες.
Η απειλή των Χούθι
Οι Χούθι αποτελούν μια φυλετική ομάδα που προέρχεται από τις ορεινές περιοχές της βόρειας Υεμένης, κοντά στα σύνορα με τη Σαουδική Αραβία. Θρησκευτικά, ανήκουν στο σιιτικό Ισλάμ, γεγονός που έχει ενισχύσει τις στενές τους σχέσεις με το Ιράν, το οποίο θεωρείται εκπρόσωπος των σιιτικών συμφερόντων στην περιοχή.
Το πολιτικο-στρατιωτικό κίνημα των Χούθι ξεκίνησε τη δεκαετία του 1990. Η αρχική οργάνωση ιδρύθηκε το 1994 από τον Χουσεΐν Μπραντρεντίν αλ-Χούθι, πρώην βουλευτή της Υεμένης, ο οποίος αντιτάχθηκε στις πολιτικές του τότε προέδρου Αλί Αμπντουλάχ Σάλεχ. Από το ξέσπασμα της Αραβικής Άνοιξης το 2011, οι Χούθι κατηγορούν όλο και περισσότερο την κεντρική κυβέρνηση της Υεμένης, με έδρα τη Σανάα, για την περιθωριοποίηση της θρησκευτικής μειονότητας στην οποία ανήκουν και την καταπάτηση των δικαιωμάτων τους. Παράλληλα, την κατηγορούν ότι υποστηρίζει το Ισραήλ και τις Ηνωμένες Πολιτείες, προκαλώντας περαιτέρω ένταση στην περιοχή.
Ο Δρ. Γενς Χάιμπαχ, ειδικός σε θέματα Ισλάμ από το Ινστιτούτο GIGA του Αμβούργου, λέει σχετικά με την ισχύ των Χούθι στην περιοχή: «Πρέπει να υπολογίζουμε τους Χούθι. Αυτό το έχουν καταλάβει τόσο η Σαουδική Αραβία όσο και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Δεν μπορεί κανείς έτσι εύκολα να τους παρακάμψει. Έχουν σταθεροποιήσει τη δύναμή τους στον βορρά και αυτό δεν πρόκειται να αλλάξει έτσι γρήγορα».
Διαβάστε επίσης
Η κυβέρνηση της Υεμένης υποστηρίζεται από τη Σαουδική Αραβία και ελέγχει το νότιο τμήμα της χώρας ενώ οι Χούθι ελέγχουν τον βορρά και υποστηρίζονται από το Ιράν. Αυτός είναι ο λόγος που πολλοί, αναφερόμενοι στον εμφύλιο στην Υεμένη, κάνουν λόγο για έναν πόλεμο δι’ αντιπροσώπων μεταξύ Σαουδικής Αραβίας και Ιράν. Ο Δρ. Γενς Χάιμπαχ παραμένει πάντως επιφυλακτικός με τον χαρακτηρισμό:
« Πάντα δυσκολεύομαι λίγο με τον όρο πόλεμος δι’ αντιπροσώπων γιατί υποδηλώνει ένα πολύ υψηλό επίπεδο εξάρτησης…ειδικά στην αρχή του πολέμου φαινόταν πολύ υπερβολικός αυτός ο χαρακτηρισμός…Τώρα δεν είμαι τόσο σίγουρος πια γιατί πιστεύω ότι η υποστήριξη προς τους Χούθι έχει αυξηθεί όπως και η εξάρτηση των Χούθι από το Ιράν. Εξακολουθώ πάντως να είμαι πολύ προσεκτικός με τον χαρακτηρισμό».
Οι Χούθι διαθέτουν άρματα μάχης, οχήματα, κατευθυνόμενους πυραύλους και ρουκέτες, όπλα τα οποία ισχυρίζονται ότι έχουν πάρει από τον στρατό της Υεμένης. Ο εμφύλιος στην Υεμένη οδήγησε σε μία από τις χειρότερες ανθρωπιστικές κρίσεις στον κόσμο, σύμφωνα με τα Ηνωμένα Έθνη.
Ο εμφύλιος στο Σουδάν που οδήγησε σε μια απελευθέρωση
Μετά από 20 μήνες εμφυλίου πολέμου, το Σουδάν βρίσκεται αντιμέτωπο με τη χειρότερη ανθρωπιστική κρίση παγκοσμίως. Η κατάσταση για τους αμάχους προβλέπεται να επιδεινωθεί δραματικά, προειδοποιούν ειδικοί.
Ο εμφύλιος έχει βυθίσει τη χώρα σε έναν κύκλο ανεξέλεγκτης βίας, θανάτου, πείνας και ασθενειών, σε επίπεδα που ξεπερνούν κάθε φαντασία: Δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι έχουν χάσει τη ζωή τους, 12 εκατομμύρια έχουν εκτοπιστεί, και με τη χώρα να βρίσκεται στα όρια του λιμού, πάνω από τους μισούς από τους 48 εκατομμύρια κατοίκους της βιώνουν σοβαρή επισιτιστική ανασφάλεια.
Η φρίκη για τους αμάχους εκτιμάται ότι θα ενταθεί τους επόμενους μήνες, σύμφωνα με πολιτικούς αναλυτές και ανθρωπιστικές οργανώσεις που μίλησαν στο Euronews. Χωρίς καμία προοπτική αποφασιστικής στρατιωτικής επικράτησης, το Σουδάν – ένας πόλεμος που συχνά περνά απαρατήρητος από τα παγκόσμια μέσα – είναι πιθανό να βρεθεί αντιμέτωπο με περισσότερους εκτοπισμούς, αυξανόμενη πείνα και νέα ξεσπάσματα ασθενειών μέσα στο 2025, εντείνοντας τη βαθιά ανθρωπιστική κρίση που ήδη πλήττει τη χώρα.
«Τα πράγματα φαίνεται ότι θα γίνουν πολύ χειρότερα για τους πολίτες το νέο έτος«, δήλωσε ο Χολούντ Χαΐρ, Σουδανός πολιτικός αναλυτής που διευθύνει τη δεξαμενή σκέψης Confluence Advisory.
Σφοδρές μάχες μεταξύ των Σουδανικών Ενόπλων Δυνάμεων (SAF) και των Δυνάμεων Ταχείας Υποστήριξης (RSF) της πολιτοφυλακής, ξέσπασαν στις 15 Απριλίου του περασμένου έτους στην πρωτεύουσα Χαρτούμ. Ο ηγέτης των SAF στρατηγός Αμπντέλ Φατάχ αλ-Μπουρχάν και ο διοικητής των RSF Μοχάμεντ Χαμντάν Νταγκάλο, ο οποίος είναι ευρύτερα γνωστός ως Χεμέντι, ήταν κάποτε σύμμαχοι.
Τον Οκτώβριο του 2021 κατέλαβαν την εξουσία με κοινό πραξικόπημα, ματαιώνοντας τις ελπίδες των Σουδανών για μια κυβέρνηση υπό την ηγεσία πολιτικών, αρκετά χρόνια μετά την ανατροπή του δικτάτορα Ομάρ αλ Μπασίρ από μια ειρηνική επανάσταση. Βασισμένη, όπως ήταν, σε σαθρά θεμέλια, η συμμαχία των στρατηγών σύντομα διαλύθηκε πλήρως λόγω των συγκρουόμενων φιλοδοξιών μεταξύ των δύο ανδρών και των δυνάμεών τους.
Στον πόλεμο που ακολούθησε, και οι δύο πλευρές κατηγορήθηκαν για εγκλήματα πολέμου και για εργαλειοποίηση της ανθρωπιστικής βοήθειας.
Διαβάστε επίσης
«Δεν υπάρχει ένα απλό δυαδικό σύστημα καλού και κακού που συνήθως αποζητούν τα μέσα ενημέρωσης και η προσοχή του κοινού για να κατανοήσουν τέτοιου είδους καταστάσεις», δήλωσε ο Μάικλ Τζόουνς, ερευνητής στο Royal United Services Institute (RUSI), δεξαμενή σκέψης για την άμυνα και την ασφάλεια.
«Η SAF έχει κατηγορηθεί ότι βομβαρδίζει αδιακρίτως περιοχές που ελέγχονται από τις RSF και θέτει σε κίνδυνο τους αμάχους. Και τα δύο είναι εγκλήματα, αλλά είναι διαφορετικά ως προς τη φύση, την πρόθεση και την κλίμακα και έχουν διαφορετική υποκείμενη λογική» λέει ο Μάικλ Τζόουνς.
Το Παρατηρητήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (HRW) δήλωσε νωρίτερα φέτος ότι η RSF θα μπορούσε να είναι ένοχη για εθνοκάθαρση στις εκστρατείες της εναντίον μη αραβικών εθνοτικών ομάδων σε τμήματα του Νταρφούρ, όπως ακριβώς έκαναν οι πολιτοφυλακές των Τζαντζαγουίντ – από τις οποίες σχηματίστηκε η RSF – πριν από δύο δεκαετίες.
Οι δυνάμεις του Χεμεντί και οι σύμμαχοί τους έχουν επίσης βιάσει νεαρά κορίτσια και γυναίκες και τις έχουν κρατήσει ως σκλάβες του σεξ, σύμφωνα με μαρτυρίες από πρώτο χέρι που δημοσίευσε η HRW αυτόν τον μήνα.
Εν τω μεταξύ, η SAF έχει θέσει σε κίνδυνο τη ζωή των αμάχων πραγματοποιώντας αδιάκριτες βομβαρδιστικές επιθέσεις σε εδάφη που κατέχουν οι RSF. Νωρίτερα αυτό το μήνα, μια αεροπορική επιδρομή των SAF έπληξε πολυσύχναστη αγορά στην Καμπκαμπίγια, στο Βόρειο Νταρφούρ, σκοτώνοντας δεκάδες αμάχους σε μια επίθεση που η Διεθνής Αμνηστία χαρακτήρισε «κατάφωρο έγκλημα πολέμου».
Ο τερματισμός των συγκρούσεων μοιάζει μακρινή προοπτική, προειδοποιούν οι αναλυτές, ιδίως μετά την κούρσα εξοπλισμών των SAF και των RSF αυτό το καλοκαίρι.
«Υπάρχει πιο εξελιγμένος οπλισμός παντού. Το αποτέλεσμα είναι ότι οι άμαχοι κινδυνεύουν περισσότερο να σκοτωθούν», δήλωσε ο Χαΐρ της Confluence Advisory.
«Το Σουδάν έχει πλημμυρίσει από φορητά όπλα. Ένας φίλος μου, ο οποίος πρόσφατα πήγε στο βόρειο τμήμα της χώρας για να κάνει έρευνα, μου είπε ότι ένα AK-47 κοστίζει λιγότερο από τα ψώνια μιας εβδομάδας», πρόσθεσε ο Χαΐρ.
Ο πολιτικός αναλυτής πιστεύει ότι ο εμφύλιος πόλεμος του Σουδάν θα πρέπει να θεωρηθεί ως «ένας πόλεμος κατά των αμάχων», στον οποίο τόσο οι SAF όσο και οι RSF είναι ένοχοι για τα πλήγματα κατά του σουδανικού πληθυσμού και για την αποτυχία να ανοίξουν σωστά τους διαδρόμους ανθρωπιστικής βοήθειας.
Ο Μάικλ Τζόουνς του RUSI εκτιμά ότι η προοπτική ειρήνης είναι μικρή βραχυπρόθεσμα, ιδίως λόγω της διεθνοποιημένης φύσης του πολέμου.
«Η εμπλοκή εξωτερικών παραγόντων και η ποσότητα ξένων πυρομαχικών, οχημάτων και καυσίμων – προμήθειες που διοχετεύονται στη σύγκρουση – φαίνεται να αυξάνονται. Και αυτό είναι ανησυχητικό, διότι αυτή είναι τελικά η δυναμική που επιτρέπει και συντηρεί τις μάχες», δήλωσε.
Αξιόπιστες αναφορές που επικαλείται ο ΟΗΕ υποδηλώνουν ότι τα ΗΑΕ είναι ο κύριος διεθνής υποστηρικτής της RSF, αν και το Αμπού Ντάμπι αρνείται τη συμμετοχή του. Ωστόσο, επωφελείται και από τα δύο εμπόλεμα μέρη όταν πρόκειται για την προσοδοφόρα βιομηχανία χρυσού του Σουδάν, η οποία αποτελεί βασικό οικονομικό μοχλό της σύγκρουσης, υπογράμμισε ο Χαΐρ.
Από την άλλη πλευρά, δυτικοί αξιωματούχοι επιβεβαίωσαν ότι το Ιράν έχει προμηθεύσει την SAF με μη επανδρωμένα αεροσκάφη μάχης Mohajer-6. Η τεχνολογία αυτή έχει βοηθήσει την αλ-Μπουρχάν να κερδίσει εδάφη, ακόμη και αν δεν έχει, μέχρι στιγμής, αλλάξει δραματικά τις εθνικές προοπτικές στο πεδίο της μάχης.
«Κατά τη διάρκεια του 2024, είδαμε μερικές αλλαγές. Είδατε σποραδικές αντεπιθέσεις που εξαπέλυσε η SAF, οι οποίες έτειναν να ολοκληρώνονται αρκετά γρήγορα», σημείωσε ο Τζόουνς.
Η RSF πολιορκεί, εδώ και μήνες, με σφοδρότητα το Ελ Φασέρ, την πρωτεύουσα του Βόρειου Νταρφούρ, το μοναδικό στήριγμα της SAF στην πολιτεία. Εν τω μεταξύ, η πολιτοφυλακή εξακολουθεί να κυριαρχεί στο Χαρτούμ, αλλά οι SAF έχουν ανακαταλάβει τον άξονα Jebel Moya, νότια της πρωτεύουσας, γεγονός που τους επιτρέπει να εξαπολύουν επιθέσεις στην πολιτεία Gezira, την αγροτική καρδιά του Σουδάν.
Παρά την έλλειψη στρατιωτικής προόδου, και οι δύο πλευρές πιστεύουν ότι μπορούν να στρέψουν τα πράγματα προς όφελός τους, δήλωσε ο Χαΐρ στο Euronews. Σε κάθε περίπτωση, η εχθρότητα μεταξύ των δύο αποκλείει σοβαρές διαπραγματεύσεις για την κατάπαυση του πυρός.
Οι εμπόλεμες πλευρές έχουν ένα κοινό σημείο, το οποίο είναι ότι καμία από τις δύο δεν θέλει να δει ένα δημοκρατικό Σουδάν, αποκαλύπτει ο Χαΐρ. «Η διατήρηση του πολέμου τους επιτρέπει να αντισταθμίσουν ότι μπορεί να καταφέρουν να στρέψουν τα πράγματα προς όφελός τους και να μειώσουν ό,τι έχει απομείνει από την επανάσταση, αυτό που ζητά η επανάσταση. Δηλαδή, το τέλος ενός στρατιωτικοποιημένου Σουδάν σε όσο το δυνατόν μεγαλύτερο βαθμό».
Ο Τζόουνς συμφωνεί ότι δεν είναι προς το συμφέρον ούτε των SAF ούτε των RSF να σταματήσουν να πολεμούν. «Τα εγχώρια εμπόλεμα μέρη δεν έχουν το κίνητρο ή την ανάγκη να προσέλθουν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων με οποιονδήποτε πραγματικό τρόπο», δήλωσε. «Δεν νομίζω πραγματικά ότι υπάρχει ένας άμεσα προφανής δρόμος προς την ειρήνη».
Χωρίς κανένα σημάδι ύφεσης του πολέμου, η χώρα είναι έτοιμη να κατακερματιστεί ακόμη περισσότερο. Το Σουδάν θα μπορούσε να διασπαστεί όχι μόνο σε περιοχές της SAF και της RSF, αλλά και σε άλλες πλευρές, αν οι τοπικοί πολέμαρχοι και οι πολιτοφυλακές που σήμερα υποστηρίζουν τις κύριες πλευρές αποφασίσουν να χαράξουν εδάφη για τον εαυτό τους. «Πιθανότατα θα δούμε τον κατακερματισμό, τη βαλκανοποίηση του Σουδάν», πιστεύει ο Χαΐρ.
Με σημείο αναφοράς τις προηγούμενες συγκρούσεις στο Σουδάν, ο Χαΐρ θεωρεί πως ο πόλεμος θα μπορούσε να διαρκέσει άλλα 20 χρόνια. Εκτός αν αλλάξει η πολιτική βούληση, είπε, και εισαχθούν και εφαρμοστούν αυστηρότερα εμπάργκο όπλων και κυρώσεις στο εμπόριο χρυσού.
Όπως έχουν τα πράγματα, η έκταση της ανθρωπιστικής κρίσης είναι ήδη συγκλονιστική. Κατά τους πρώτους 20 μήνες του πολέμου, περισσότεροι από 9 εκατομμύρια Σουδανοί έχουν εκτοπιστεί στο εσωτερικό του, ενώ άλλα 3 εκατομμύρια έχουν καταφύγει σε γειτονικές χώρες όπως το Τσαντ.
Στην πραγματικότητα, το Σουδάν βιώνει τη μεγαλύτερη ανθρωπιστική κρίση που έχει καταγραφεί ποτέ στον κόσμο, με 30,4 εκατομμύρια ανθρώπους να χρειάζονται βοήθεια, σύμφωνα με την Παγκόσμια Ανθρωπιστική Επισκόπηση 2025 του ΟΗΕ. Για να θέσουμε τους αριθμούς σε παγκόσμια προοπτική, το Σουδάν φιλοξενεί λιγότερο από το 1% του παγκόσμιου πληθυσμού, αλλά έχει το 10% των ανθρώπων στον κόσμο που έχουν ανάγκη.
Η πείνα και οι ασθένειες κατατρέχουν τη χώρα. Περισσότεροι από 24 εκατομμύρια Σουδανοί θεωρούνται ότι βρίσκονται σε οξεία επισιτιστική ανασφάλεια και ο λιμός, ο οποίος κηρύχθηκε τον Αύγουστο στον καταυλισμό Ζαμζάμ, στο Νταρφούρ, κινδυνεύει να επεκταθεί ευρέως, σύμφωνα με τον ΟΗΕ.
Η χώρα βρίσκεται εν μέσω μιας μεγάλης επιδημίας χολέρας, κάτι που γίνεται ακόμη πιο δύσκολο επειδή πάνω από το 70% των νοσοκομείων και των ιατρικών εγκαταστάσεων του Σουδάν έχουν κλείσει λόγω του πολέμου.
Παρά τα προβλήματα αυτά, το Σουδάν αγωνίζεται να λάβει επαρκή ανθρωπιστική χρηματοδότηση από τη διεθνή κοινότητα. Φέτος, η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες, η υπηρεσία των Ηνωμένων Εθνών για τους πρόσφυγες, προσπάθησε να συγκεντρώσει 1,031 δισεκατομμύρια δολάρια (1 δισ. ευρώ) για το Σουδάν. Αλλά μέχρι τα τέλη Οκτωβρίου, είχε λάβει μόνο 9το 40% αυτού του ποσού).
Ο διαρκής πόλεμος των καρτέλ στο Μεξικό
Η κυβέρνηση του Μεξικού αναθεώρησε δραματικά προς τα πάνω τον αριθμό των αγνοουμένων πολιτών, ανεβάζοντάς τον κατά σχεδόν 50% σε πάνω από 61.000. Οι περισσότεροι από αυτούς είναι θύματα του συνεχιζόμενου πολέμου, τόσο ανάμεσα στο κράτος και τα καρτέλ ναρκωτικών όσο και μεταξύ συμμοριών οργανωμένου εγκλήματος που μάχονται για κυριαρχία, σε μια σύγκρουση που γίνεται όλο και πιο αιματηρή.
Ο νέος απολογισμός, που ανακοίνωσε η κυβέρνηση του κεντροαριστερού Προέδρου Αντρές Μανουέλ Λόπες Ομπραδόρ, σηματοδοτεί μια δραστική αύξηση σε σχέση με τις προηγούμενες εκτιμήσεις. Μέχρι τον Ιούνιο, τα επίσημα στοιχεία έκαναν λόγο για περίπου 40.000 αγνοούμενους. Πλέον, σύμφωνα με την Κάρλα Κιντάνα, επικεφαλής του Εθνικού Μητρώου Αγνοουμένων (RNPED), «ο επίσημος αριθμός των εξαφανισθέντων φτάνει τους 61.637 ανθρώπους», όπως τόνισε σε συνέντευξη Τύπου στο Μεξικό.
Η Κιντάνα υπογράμμισε ότι το 25,7% των αγνοουμένων είναι γυναίκες, ενώ το 97,4% των εξαφανίσεων καταγράφηκε μετά το 2006. Τη χρονιά εκείνη, ο τότε Πρόεδρος Φελίπε Καλδερόν διέταξε την ανάπτυξη του στρατού εντός της χώρας, στο πλαίσιο μιας στρατηγικής για την καταπολέμηση των καρτέλ ναρκωτικών. Ωστόσο, ο λεγόμενος «πόλεμος κατά των ναρκωτικών» είχε ως συνέπεια τον κατακερματισμό πολλών καρτέλ και τη δημιουργία νέων, ακόμα πιο βίαιων συμμοριών.
Ο άγνωστος πόλεμος που αλλάζει τα δεδομένα
Και οι δύο χώρες έχουν επιστρατεύσει 500 χιλιάδες άνδρες και βρίσκονται στο χείλος μίας ένοπλης σύρραξης. Οι στρατιωτικές εντάσεις στην Αφρική συνεχώς αυξάνονται, επιβαρύνοντας περαιτέρω τη γεωπολιτική αστάθεια που επικρατεί στον πλανήτη μας.
Αυτή τη φορά, δύο νέες χώρες κινδυνεύουν να βυθιστούν σε έναν γενικευμένο πόλεμο. Ας δούμε ποιες είναι αυτές και πόσο πιθανό είναι ένα σενάριο πλήρους κλίμακας ένοπλης σύγκρουσης μεταξύ τους.
Σύμφωνα με πολιτικούς και στρατιωτικούς αναλυτές, η κατάσταση στα σύνορα μεταξύ Αιθιοπίας και Ερυθραίας είναι εξαιρετικά κρίσιμη. Οι ειδικοί προειδοποιούν ότι ο κίνδυνος πολέμου ανάμεσα σε αυτές τις δύο χώρες της ανατολικής Αφρικής είναι υπαρκτός.
Η Αιθιοπία και η Ερυθραία βρίσκονται στο Κέρας της Αφρικής, μια στρατηγική χερσόνησο που βρέχεται από την Ερυθρά Θάλασσα και απέχει ελάχιστα από την εμπόλεμη Υεμένη, όπου μαίνονται οι συγκρούσεις με τους αντάρτες Χούθι.
Η νέα κρίση στην περιοχή έχει τις ρίζες της στην ένταση μεταξύ της εθνοτικής ομάδας των Τιγκραγιάνων (Tigrayans), οι οποίοι ζουν στην περιφέρεια Τιγκράι της βόρειας Αιθιοπίας, και της ομοσπονδιακής κυβέρνησης της χώρας. Πρόσφατα, οι Τιγκραγιανοί κατέλαβαν την πόλη Άντιγκρατ, ξεκινώντας ένοπλες συγκρούσεις κατά της αιθιοπικής κυβέρνησης. Όπως ισχυρίζονται, «το κράτος τους έχει προδώσει».
Ωστόσο, η τοπική διοίκηση της περιφέρειας Τιγκράι καταδίκασε τους επαναστάτες, χαρακτηρίζοντάς τους αντιφρονούντες, και τους κατηγόρησε ότι συνεργάζονται με την Ερυθραία, περιπλέκοντας ακόμα περισσότερο την ήδη τεταμένη κατάσταση.
Διαβάστε επίσης
Η Ερυθραία, που συνορεύει με τη βόρεια Αιθιοπία και συγκεκριμένα με την περιφέρεια Τιγκράι, είχε εμπλακεί ενεργά στις αιματηρές συγκρούσεις του 2020-2022. Τότε, υποστήριξε τις δυνάμεις της ομοσπονδιακής κυβέρνησης της Αιθιοπίας ενάντια στους ντόπιους μαχητές της Τιγκράι. Παρόλο που το 2022 υπογράφηκε συμφωνία ειρήνης στην Πρετόρια της Νότιας Αφρικής, η οποία προέβλεπε την αποχώρηση των ερυθραϊκών δυνάμεων από την Τιγκράι, η Ερυθραία εξακολουθεί να διατηρεί στρατιωτική παρουσία εντός των αιθιοπικών συνόρων.
Τον Φεβρουάριο του 2025, η Ερυθραία κήρυξε γενική επιστράτευση, ακριβώς τη στιγμή που παρατηρήθηκε μεταφορά ισχυρών δυνάμεων του αιθιοπικού στρατού προς τα σύνορα. Στρατιωτικοί αναλυτές εκτιμούν ότι αυτές οι κινήσεις αποτελούν πολεμική προετοιμασία και υποδηλώνουν την πιθανότητα μίας σύγκρουσης πλήρους κλίμακας.
Η αιτία της διαμάχης φαίνεται να είναι η επιθυμία της Αιθιοπίας να αποκτήσει πρόσβαση στην Ερυθρά Θάλασσα, ένα αίτημα που η Ερυθραία θεωρεί απειλή για την εθνική της ασφάλεια. Η σύγκρουση για την κυριαρχία στην περιοχή θα μπορούσε να έχει σοβαρές γεωπολιτικές επιπτώσεις, εάν η κατάσταση δεν εξομαλυνθεί σύντομα.
Οι εμφύλιοι που διαλύουν την Αφρική
Ο εμφύλιος πόλεμος στην Κεντροαφρικανική Δημοκρατία είναι ένα γεγονός σχετικά άγνωστο στο ευρύ κοινό, παρόλο που παρουσιάζει έντονο ενδιαφέρον. Εδώ και χρόνια, η χώρα παραμένει βυθισμένη στη δίνη της βίας, με χιλιάδες ανθρώπους να έχουν εκτοπιστεί από τα σπίτια τους ή να έχουν χάσει τη ζωή τους.
Για να κατανοήσουμε καλύτερα τα γεγονότα, είναι απαραίτητο να ρίξουμε μια ματιά στην πρόσφατη ιστορία της χώρας. Η Κεντροαφρικανική Δημοκρατία απέκτησε την ανεξαρτησία της από τη Γαλλία το 1960, αφού υπήρξε αποικία της γαλλικής αυτοκρατορίας από τα τέλη του 19ου αιώνα. Η γαλλική επιρροή παραμένει βαθιά ριζωμένη, με τα Γαλλικά να αποτελούν ακόμη και σήμερα την επίσημη γλώσσα. Όπως συνέβη με πολλές πρώην αποικίες, έτσι και η Κεντροαφρικανική Δημοκρατία πέρασε τις πρώτες δεκαετίες της ανεξαρτησίας της μέσα σε κύκλους βίας και πολιτικής αστάθειας.
Σήμερα, η χώρα βιώνει έναν πολυετή και καταστροφικό εμφύλιο πόλεμο, ο οποίος ξεκίνησε στα τέλη του 2012. Μια επαναστατική ομάδα με την ονομασία Seleka, που δρούσε κυρίως στα βόρεια της χώρας, ξεκίνησε εξέγερση κατηγορώντας τον τότε Πρόεδρο Φρανσουά Μποζιζέ ότι δεν εφάρμοσε τους όρους της συμφωνίας που έθεσε τέλος στον προηγούμενο εμφύλιο του 2004-2007. Οι επαναστάτες απαιτούσαν την παραίτησή του, κατηγορώντας τον για αθέτηση υποσχέσεων και καταπάτηση των συμφωνιών.
Αξίζει να σημειωθεί πως ο πόλεμος του 2004-2007 ξέσπασε μετά τη βίαιη κατάληψη της εξουσίας από τον Μποζιζέ το 2004. Παρά τις αλλεπάλληλες απόπειρες αποκλιμάκωσης, οι δεσμεύσεις που αναλήφθηκαν μέσω συμφωνιών δεν τηρήθηκαν. Η αθέτηση αυτών των δεσμεύσεων οδήγησε στην επανάσταση της Seleka, η οποία κατέλαβε την πρωτεύουσα Μπανγκί. Ο συνασπισμός των δυνάμεων της Seleka αποτελούσε ένα πολύχρωμο μωσαϊκό επαναστατικών ομάδων, κυρίως μουσουλμανικών, με έδρα τα βόρεια της χώρας. Αυτό το στοιχείο έχει ιδιαίτερη σημασία και συνδέεται άμεσα με τη συνεχιζόμενη κρίση, όπως θα αναλυθεί περαιτέρω.
Η ανατροπή του Προέδρου Bozizé από τον συνασπισμό Seleka οδήγησε στην εξουσία τον Michel Djotodia, τον πρώτο μουσουλμάνο ηγέτη σε μια κατά κύριο λόγο χριστιανική χώρα. Αυτή η αλλαγή εξουσίας πυροδότησε την αντίδραση των χριστιανικών πληθυσμών, με αποτέλεσμα τη δημιουργία του συνασπισμού ενόπλων ομάδων Anti-Balaka, ο οποίος είχε έντονα χριστιανικό χαρακτήρα. Οι Anti-Balaka απέκτησαν ισχυρή παρουσία στις κεντρικές και νότιες περιοχές της χώρας, όπου οι χριστιανοί είναι η πλειοψηφία. Έτσι, η σύγκρουση απέκτησε γρήγορα θρησκευτική διάσταση. Και οι δύο πλευρές, παρακινούμενες από θρησκευτικό φανατισμό, διέπραξαν εγκλήματα κατά αλλόθρησκων πληθυσμών. Η αυξανόμενη ένταση ανάμεσα στις δύο αυτές παρατάξεις ανάγκασε τον Djotodia να παραιτηθεί, παραχωρώντας τη θέση του σε υπηρεσιακό Πρόεδρο μέχρι τη διεξαγωγή εκλογών.
Η πολιτική και κοινωνική σταθερότητα στην Κεντροαφρικανική Δημοκρατία παραμένει ουσιαστικά ανύπαρκτη τα τελευταία χρόνια. Στις εκλογές του 2015-16 και του 2020-21, ο Faustin-Archange Touadéra εξελέγη Πρόεδρος. Παρόλο που η εκλογή του το 2016 θεωρήθηκε από πολλούς ως βήμα προς τον τερματισμό της σύγκρουσης, αυτή η ελπίδα δεν εκπληρώθηκε. Παρά τις προσπάθειες διαλόγου μεταξύ των επαναστατικών ομάδων και της κυβέρνησης και την υπογραφή ειρηνευτικής συμφωνίας το 2019, η βία συνεχίστηκε αμείωτη. Σήμερα, η κυβέρνηση ελέγχει μεγάλο μέρος της χώρας, ωστόσο οι συγκρούσεις παραμένουν καθημερινή πραγματικότητα.
Ο ανθρωπιστικός αντίκτυπος της σύγκρουσης είναι τεράστιος. Περίπου 500.000 άνθρωποι έχουν αναγκαστεί να καταφύγουν σε γειτονικές χώρες, ενώ 600.000 έχουν εκτοπιστεί εσωτερικά. Επιπλέον, σύμφωνα με στοιχεία, περίπου 14.000 παιδιά στρατολογήθηκαν ως στρατιώτες κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων.
Συμπερασματικά, η Κεντροαφρικανική Δημοκρατία έχει μπροστά της έναν μακρύ και δύσκολο δρόμο για να πετύχει τη στοιχειώδη σταθερότητα και ειρήνη. Όπως και σε πολλές άλλες αφρικανικές χώρες, οι παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων είναι καθημερινό φαινόμενο. Η ανοικοδόμηση της χώρας και η ενίσχυσή της με ισχυρά δημοκρατικά θεμέλια αποτελεί τιτάνιο έργο, για το οποίο η διεθνής κοινότητα θα κληθεί να διαδραματίσει κομβικό ρόλο.
Την ίδια στιγμή, ο σομαλικός εμφύλιος πόλεμος είναι συνεχιζόμενος εμφύλιος πόλεμος που λαμβάνει χώρα στη Σομαλία. Η σύγκρουση στη Σομαλία ξεκίνησε κατά τη δεκαετία του 1980 ως αντίσταση στο καθεστώς του Σιάντ Μπαρέ. Από το 1988 έως το 1990, οι σομαλικές Ένοπλες Δυνάμεις συγκρούστηκαν με διάφορες ένοπλες ομάδες ανταρτών, όπως το Δημοκρατικό Μέτωπο για τη Σωτηρία της Σομαλίας στα βορειοανατολικά, το Εθνικό Κίνημα της Σομαλίας στα βορειοδυτικά, και το Ηνωμένο Κογκρέσο της Σομαλίας στον Νότο. Τελικά, οι ένοπλες δυνάμεις της αντιπολίτευσης ανέτρεψαν την κυβέρνηση Μπαρέ το 1991.
Διαβάστε επίσης
Με την πτώση του καθεστώτος, διάφορες φατρίες πάλεψαν για εξουσία, δημιουργώντας χάος, ιδιαίτερα στον Νότο. Το νομικό σύστημα κατέρρευσε προσωρινά την περίοδο 1990-1992, καθώς οι μάχες κλιμακώθηκαν. Αυτό οδήγησε στην αποστολή παρατηρητών της UNOSOM I του ΟΗΕ το 1992, ακολουθούμενων από μεγαλύτερες ειρηνευτικές δυνάμεις. Παρά την παρουσία τους, οι συγκρούσεις συνεχίστηκαν και η χώρα βυθίστηκε σε κατάσταση «αποτυχημένου κράτους». Ο ΟΗΕ αποχώρησε το 1995, χωρίς να επιτύχει την αποκατάσταση κεντρικής κυβέρνησης. Στην απουσία της, πολλές περιοχές επέστρεψαν στον εθιμικό και θρησκευτικό νόμο.
Το 1991 και το 1998 δημιουργήθηκαν δύο αυτόνομες περιφερειακές κυβερνήσεις στο βόρειο τμήμα της χώρας, μειώνοντας την ένταση των συγκρούσεων. Το Διεθνές Ερευνητικό Ινστιτούτο της Στοκχόλμης για τη Διεθνή Ειρήνη (SIPRI) αφαίρεσε τη Σομαλία από τον κατάλογο των σημαντικών ένοπλων συγκρούσεων για τα έτη 1997 και 1998. Ωστόσο, το 2000 ιδρύθηκε η Μεταβατική Εθνική Κυβέρνηση, ενώ το 2004 δημιουργήθηκε η Μεταβατική Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση (ΜΟΚ). Η σχετική αποκλιμάκωση σταμάτησε το 2005, με αποτέλεσμα νέες καταστροφικές συγκρούσεις στον Νότο, αν και σε μικρότερη κλίμακα συγκριτικά με τις αρχές του 1990.
Το 2006, τα αιθιοπικά στρατεύματα εισέβαλαν στη νότια Σομαλία, καταλαμβάνοντας την περιοχή από την Ένωση Ισλαμικών Δικαστηρίων (ICU). Η ICU διασπάστηκε σε πιο ριζοσπαστικές ομάδες, όπως η Αλ-Σαμπάαμπ, που από τότε βρίσκονται σε διαρκή σύγκρουση με την κυβέρνηση της Σομαλίας και την ειρηνευτική δύναμη της AMISOM. Η Σομαλία παρέμεινε στην κορυφή του Ετήσιου Καταλόγου Ευάλωτων Κρατών κατά την περίοδο 2008-2013.
Τον Οκτώβριο του 2011, στρατεύματα της Κένυας εισήλθαν στη νότια Σομαλία (Επιχείρηση Linda Nchi) για την καταπολέμηση της Αλ-Σαμπάαμπ και τη δημιουργία ζώνης ασφαλείας. Τον Φεβρουάριο του 2012, τα στρατεύματα αυτά ενσωματώθηκαν στην AMISOM, ενώ τον Αύγουστο του 2012 ιδρύθηκε η Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση της Σομαλίας, η πρώτη κεντρική κυβέρνηση από την έναρξη του εμφυλίου πολέμου. Διεθνείς παρατηρητές άρχισαν να περιγράφουν τη Σομαλία ως «ευάλωτο κράτος», σημειώνοντας πρόοδο προς τη σταθερότητα. Το 2014, η κυβέρνηση ξεκίνησε την Επιχείρηση Ινδικός Ωκεανός, εκκαθαρίζοντας θύλακες ανταρτών.
Παρά τη σχετική πρόοδο, οι συγκρούσεις συνεχίστηκαν την περίοδο 2015-2016, με την Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση της Σομαλίας (SFG) και την AMISOM να εκτοπίζουν την Αλ-Σαμπάαμπ από κεντρικές πόλεις στα νοτιοδυτικά. Η βία, ωστόσο, παρέμεινε διαδεδομένη, με όλες τις πλευρές να κατηγορούνται για εγκλήματα πολέμου και παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Απαγωγές, βασανιστήρια, βιασμοί και εμπόδια στην ανθρωπιστική βοήθεια ήταν συχνά φαινόμενα. Δημοσιογράφοι δέχθηκαν επιθέσεις, ενώ ορισμένοι έχασαν τη ζωή τους ή αντιμετώπισαν βαριές ποινές στα δικαστήρια. Η κατάσταση στη Σομαλία παραμένει περίπλοκη, με συνεχιζόμενες προκλήσεις για την αποκατάσταση της ειρήνης και της σταθερότητας.
Σύμφωνα με το Necrometrics, περίπου 500.000 άνθρωποι εκτιμάται ότι έχουν σκοτωθεί στη Σομαλία από την αρχή του εμφυλίου πολέμου το 1991. Η Armed Conflict Location & Event Dataset εκτιμά ότι 3.300 άνθρωποι σκοτώθηκαν κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης το 2012, με τον αριθμό των θανάτων να μειώνεται ελαφρά το 2013 σε 3.150.
Στην περίοδο 2015-16 η Διεθνής Αμνηστία εκτιμά ότι πάνω από 500 άνθρωποι σκοτώθηκαν ή τραυματίστηκαν από ένοπλες συγκρούσεις και γενικευμένη βία και τουλάχιστον 50.000 άνθρωποι εκτοπίστηκαν.






0 ΣΧΟΛΙΑ