ΑΡΧΙΚΗ LIFE RETROMANIA

Κωνσταντίνος Καβάφης: Ο ποιητής της ελληνικής διασποράς με την παγκόσμια ακτινοβολία

Καβάφης
Athensmagazine Ορίστε μας ως προτεινόμενη πηγή ειδήσεων στο Google

Ο Κωνσταντίνος Καβάφης γεννήθηκε στις 17 Απριλίου 1863 (29 Απριλίου με το νέο ημερολόγιο) στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Ήταν το μικρότερο από τα εννέα παιδιά του Πέτρου-Ιωάννου Καβάφη, μεγαλέμπορου βαμβακιού με καταγωγή από την Κωνσταντινούπολη. Ο πατέρας του, με χρόνια διαμονής στην Αγγλία, κατείχε βρετανικό διαβατήριο και είχε ενσωματώσει ευρωπαϊκά στοιχεία στον τρόπο ζωής της οικογένειας.

Τα πρώτα χρόνια της ζωής του, ο Κωνσταντίνος τα πέρασε στην αριστοκρατική οδό Σερίφ της Αλεξάνδρειας, απολαμβάνοντας ένα περιβάλλον πολυτέλειας. Στο σπίτι τους, η παιδεία του είχε τη φροντίδα ενός Γάλλου παιδαγωγού και μιας Αγγλίδας τροφού. Ωστόσο, το 1870, με τον θάνατο του πατέρα του, η οικογένεια άρχισε να βιώνει οικονομικές δυσκολίες. Δύο χρόνια αργότερα, η μητέρα του, Χαρίκλεια Καβάφη (το γένος Φωτιάδη), αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Αλεξάνδρεια μαζί με τα παιδιά της, μετακομίζοντας πρώτα στο Λονδίνο και στη συνέχεια στο Λίβερπουλ.

Κατά τη διάρκεια της εξάχρονης παραμονής του στην Αγγλία, ο νεαρός Κωνσταντίνος απέκτησε άριστη γνώση της αγγλικής γλώσσας και άρχισε να καλλιεργεί την αγάπη του για τα Γράμματα, μια έμφυτη ροπή που θα τον ακολουθούσε σε όλη του τη ζωή. Όμως, το 1878, η οικογένεια βρέθηκε και πάλι αντιμέτωπη με οικονομικές δυσκολίες, απόρροια της Κρίσης του 1873, και επέστρεψε στην Αλεξάνδρεια. Ο 15χρονος Κωνσταντίνος συνέχισε την εκπαίδευσή του κατ’ οίκον και το 1881 εγγράφηκε στο εμπορικό λύκειο «Ο Ερμής», το οποίο είχε ιδρυθεί την ίδια χρονιά από τον Κωνσταντίνο Παπαζή.

Κωνσταντίνος Καβάφης

Το 1882, οι εθνικιστικές ταραχές στην Αίγυπτο ανάγκασαν την οικογένεια να μετακινηθεί ξανά, αυτή τη φορά στην Κωνσταντινούπολη. Τα γεγονότα εκείνης της περιόδου ήταν δραματικά: ο αγγλικός στόλος βομβάρδισε την Αλεξάνδρεια, και η κατοικία της οικογένειας Καβάφη καταστράφηκε ολοσχερώς από πυρκαγιά. Για τα επόμενα τρία χρόνια, η οικογένεια φιλοξενήθηκε από τον παππού του Κωνσταντίνου, Γεωργάκη Φωτιάδη, στην Κωνσταντινούπολη.

Έτσι ξεκίνησε η πολυτάραχη ζωή του μεγάλου ποιητή, γεμάτη από μετακινήσεις, πολιτισμικά ερεθίσματα και εμπειρίες που θα διαμόρφωναν το έργο του.

Κατά την παραμονή του στην Κωνσταντινούπολη, ο Καβάφης αρχίζει τις πρώτες συστηματικές του προσπάθειες στην ποίηση. Η ατμόσφαιρα και το τοπίο της Πόλης τον εμπνέουν, κάτι που αποτυπώνεται στα ποιήματά του, όπως «Ο Βεϊζαδές προς την ερωμένη του» (1884), «Dünya Güzeli» (1884), «Νιχώρι» (1885), καθώς και στο πρώτο του πεζό, «Μια νύξ στο Καλντέρι» (1884).

Το πρώτο γραπτό έργο του που έχει σωθεί χρονολογείται από το 1882. Πρόκειται για ένα ημερολόγιο γραμμένο στα αγγλικά με τίτλο Constantipoliad – An Epic («Κωνσταντινουπολιάς – Έπος»), όπου περιγράφει τις προετοιμασίες για την αναχώρηση της οικογένειάς του από την Αλεξάνδρεια, την εμπόλεμη ατμόσφαιρα της εποχής και το ταξίδι τους προς την Κωνσταντινούπολη.

Τον Οκτώβριο του 1885, επιστρέφει στην Αλεξάνδρεια με τη μητέρα του και τα δύο αδέλφια του, Αλέξανδρο και Παύλο, έχοντας λάβει αποζημίωση για τις ζημιές του 1882. Μία από τις πρώτες του αποφάσεις είναι να αποκτήσει την ελληνική υπηκοότητα. Εργάζεται αρχικά ως δημοσιογράφος και αργότερα ως μεσίτης στο Χρηματιστήριο Βάμβακος. Το 1889 προσλαμβάνεται ως άμισθος γραμματέας στην Υπηρεσία Αρδεύσεων, ενώ από το 1892 κατέχει έμμισθη θέση στην ίδια υπηρεσία, όπου παραμένει έως το 1922, φτάνοντας στον βαθμό του υποτμηματάρχη.

Το 1891 αποτελεί σταθμό στην πορεία του Καβάφη. Εκδίδει το πρώτο αξιόλογο ποίημά του, «Κτίσται», και δημοσιεύει σημαντικά πεζά κείμενα, όπως «Ολίγα περί στιχουργίας», «Ο Σακεσπήρος περί της ζωής», «Ο καθηγητής Βλάκη περί της νεοελληνικής» και δύο δοκίμια για τα Ελγίνεια.

Κωνσταντίνος Καβάφης

Μεταξύ 1893 και του τέλους του αιώνα, γράφει ορισμένα από τα σημαντικότερα ποιήματά του, όπως τα «Κεριά» (1893), «Τείχη» (1896) και «Περιμένοντας τους Βαρβάρους» (1899). Το 1896 συνεργάζεται με την εφημερίδα Phare d’Alexandrie. Ο δημοσιογράφος και συγγραφέας Γεώργιος Τσοκόπουλος τον περιγράφει ως «σκεπτικιστή, φιλοσοφικό, μελαγχολικό, με ειρωνική πικρία». Το 1897 επισκέπτεται το Παρίσι και το Λονδίνο.

Το 1899 πεθαίνει η μητέρα του, Χαρίκλεια, την οποία υπεραγαπούσε. Η απώλειά της έρχεται να προστεθεί στους θανάτους του παιδικού του φίλου Μικέ Ράλλη (1889), του αδελφού του Πέτρου-Ιωάννη (1891) και του παππού του, Γεωργάκη Φωτιάδη (1896).

Το 1902, ο Καβάφης επισκέπτεται για πρώτη φορά την Ελλάδα, με προορισμό την Αθήνα. Εκεί γνωρίζεται με σημαντικούς λογοτέχνες, όπως ο Γρηγόριος Ξενόπουλος και ο Ιωάννης Πολέμης. Σε επιστολή του, περιγράφει την εμπειρία του λέγοντας ότι ένιωθε σαν πιστός που προσκυνούσε στη Μέκκα. Την επόμενη χρονιά επιστρέφει στην Αθήνα, και στις 30 Νοεμβρίου, ο Ξενόπουλος δημοσιεύει στο περιοδικό «Παναθήναια» το ιστορικό άρθρο Ένας Ποιητής, την πρώτη εγκωμιαστική παρουσίαση του καβαφικού έργου στο ελληνικό κοινό.

Το 1904 γράφει ένα από τα πιο σημαντικά ποιήματά του, το Περιμένοντας τους Βαρβάρους. Το 1905, επισκέπτεται για τρίτη φορά την Αθήνα, αυτή τη φορά για την κηδεία του αδελφού του, Αλέξανδρου.

Τον Δεκέμβριο του 1907 εγκαθίσταται στο διαμέρισμα της οδού Λέψιους 10 στην Αλεξάνδρεια, όπου περνά το υπόλοιπο της ζωής του. Εκεί δημιουργεί το σπουδαιότερο μέρος του έργου του, ενώ η φήμη του διαρκώς μεγαλώνει. Το διαμέρισμά του γίνεται σημείο συνάντησης σημαντικών λογοτεχνικών προσωπικοτήτων από την Ελλάδα και το εξωτερικό, όπως ο φουτουριστής Τομάσο Μαρινέτι, ο Αντρέ Μαλρό, ο Νίκος Καζαντζάκης, ο Κώστας Ουράνης και η Μυρτιώτισσα.

Το 1911 γράφει το περίφημο ποίημά του Ιθάκη. Το 1914 γνωρίζεται με τον Άγγλο μυθιστοριογράφο Έντουαρντ Μόργκαν Φόρστερ, με τον οποίο συνδέεται φιλικά. Πέντε χρόνια αργότερα, ο Φόρστερ συστήνει τον Καβάφη στο αγγλικό κοινό, συμβάλλοντας στη διάδοση του έργου του.

Το 1917 γνωρίζει τον Αλέκο Σεγκόπουλο, ο οποίος θεωρείται από κάποιους νόθος γιος του και από άλλους ερωτικός του σύντροφος. Σε κάθε περίπτωση, ο Σεγκόπουλος γίνεται αργότερα γενικός κληρονόμος του. Τον Απρίλιο του 1922, ο Καβάφης παραιτείται από την Υπηρεσία Αρδεύσεων για να αφοσιωθεί στην ποίηση, γράφοντας χαρακτηριστικά: «Επιτέλους απελευθερώθηκα από αυτό το μισητό πράγμα». Το 1923 χάνει τον τελευταίο του εν ζωή αδελφό, τον Τζον Καβάφη, ο οποίος υπήρξε ο πρώτος θαυμαστής και μεταφραστής του έργου του.

Το 1926, η δικτατορική κυβέρνηση του Θεόδωρου Πάγκαλου του απονέμει το παράσημο του Φοίνικος. Ο Καβάφης το αποδέχεται, δηλώνοντας: «Το παράσημο μού το απένειμε η Ελληνική Πολιτεία, γι’ αυτό και το κρατώ».

Το 1930 εμφανίζονται προβλήματα υγείας στον λάρυγγά του, και οι γιατροί διαγιγνώσκουν καρκίνο. Σταδιακά χάνει τη φωνή του, και το 1932 υποβάλλεται σε τραχειοτομή στην Αθήνα.

Το 1933 επιστρέφει στην Αλεξάνδρεια, με την υγεία του να επιδεινώνεται συνεχώς. Στις αρχές Απριλίου μεταφέρεται στο Ελληνικό Νοσοκομείο και, στις 2 τα ξημερώματα της 29ης Απριλίου, αφήνει την τελευταία του πνοή, σε ηλικία 70 ετών.

Αυτοβιογραφικό σημείωμα του Κ. Π. Καβάφη

Είμαι Κωνσταντινουπολίτης την καταγωγήν, αλλά εγεννήθηκα στην Αλεξάνδρεια – σ’ ένα σπίτι της οδού Σερίφ· μικρός πολύ έφυγα, και αρκετό μέρος της παιδικής μου ηλικίας το πέρασα στην Αγγλία. Κατόπιν επισκέφθην την χώραν αυτήν μεγάλος, αλλά για μικρόν χρονικόν διάστημα. Διέμεινα και στη Γαλλία. Στην εφηβικήν μου ηλικίαν κατοίκησα υπέρ τα δύο έτη στην Κωνσταντινούπολη. Στην Ελλάδα είναι πολλά χρόνια που δεν επήγα. Η τελευταία μου εργασία ήταν υπαλλήλου εις ένα κυβερνητικόν γραφείον εξαρτώμενον από το υπουργείον των Δημοσίων Έργων της Αιγύπτου. Ξέρω Αγγλικά, Γαλλικά και ολίγα Ιταλικά.

0 ΣΧΟΛΙΑ

Προσθήκη Σχόλιου