ΑΡΧΙΚΗ LIFE RETROMANIA

Και διηγώντας τα να κλαις: 10 ιστορικά μαγαζιά της Αθήνας που έβαλαν λουκέτο και δεν ξεχάστηκαν ποτέ

Και διηγώντας τα να κλαις: 10 ιστορικά μαγαζιά της Αθήνας που έβαλαν λουκέτο και δεν ξεχάστηκαν ποτέ
Τα ιστορικά μαγαζιά της Αθήνας που έχουν κλείσει
Athensmagazine Ορίστε μας ως προτεινόμενη πηγή ειδήσεων στο Google

Κάποια στιγμή, δυστυχώς, το πλήρωμα του χρόνου έρχεται. Το κάθε μαγαζί δεν είναι απλά… τοίχοι και ντουβάρια, αλλά φέρει μαζί του αναμνήσεις, στιγμές μοναδικές, ειδικά αναφορικά με τους χώρους εστίασης, που με κάποιο τρόπο έχουν συνδεθεί με τις ζωές μας.

Από εκείνα που είπαμε το πρώτο μας «σ’ αγαπώ», μέχρι τους πιο σκληρούς αποχαιρετισμούς και τη «σφραγίδα» σε κάθε φιλία, θα υπάρχει κάποιος συνδυασμός των στιγμών αυτών με κάποιο μέρος, όπου φάγαμε, ήπιαμε, χαρήκαμε, λυπηθήκαμε, κρατήσαμε αναμνήσεις και ανθρώπους μέσα μας για μια ζωή.

Το «Γιασεμί» έκλεισε στην Πλάκα, με το ιστορικό κατάστημα να μην είναι πια διαθέσιμο στον κόσμο, που το λάτρεψε, κι ένα άλλο να παίρνει τη θέση του. Το Athensmagazine.gr θυμάται 10 από τα… εκατοντάδες αντίστοιχα μέρη, που έβαλαν λουκέτο, αλλά δεν ξεχάστηκαν ποτέ.

Η «μυθική» Νεράιδα

«Καταστράφηκα!» Με μια λέξη ο Στηβ Κακέτσης εξομολογήθηκε το δράμα που έζησε, όταν με οριστική απόφαση δικαστηρίου, ύστερα από ασφαλιστικά μέτρα που είχε καταθέσει το Ταμείο Αξιοποίησης Ιδιωτικής Περιουσίας του Δημοσίου (ΤΑΙΠΕΔ), έπρεπε άρον άρον να «ξεσπιτωθεί» από τα δύο νυχτερινά μαγαζιά του στη Μαρίνα του Αλίμου, όπου στο παρελθόν φιλοξενήθηκε η θρυλική Νεράιδα.

«Εχω δεχτεί πολλά χτυπήματα στην καριέρα μου και στη ζωή μου, αλλά αυτό είναι το μεγαλύτερο!» εξομολογείται στην «Espresso» και μας εξηγεί πώς έφτασε στο σημείο μηδέν η θρυλική Νεράιδα, της οποίας κρατούσε το τιμόνι με -αδιαμφισβήτητη- επιτυχία από το 1980 ως το 2002, που έκλεισε και στον χώρο της φιλοξενήθηκαν δύο άλλα μαγαζιά (το Θέα και το Kitchen Bar), πάλι με εκείνον ως αφεντικό.

«Τον χώρο όπου βρίσκονται τα μαγαζιά μου -στο παρελθόν ανήκε στα Ελληνικά Τουριστικά Ακίνητα- μου τον πήρε το ΤΑΙΠΕΔ, που πλέον είναι ο νέος διαχειριστής, για χρέη που είχα, αλλά και στο πλαίσιο ιδιωτικοποίησης της Μαρίνας Αλίμου. Χρωστούσα κάποια χρήματα για τα ενοίκια, αλλά φρόντιζα να αποπληρώνω κάποια χρέη. Παράλληλα τους ζητούσα να μου κάνουν δόσεις -κάτι που ευαγγελίζεται αυτή η κυβέρνηση-, αλλά σε όλες τις αιτήσεις μου δεν πήρα ποτέ απάντηση. Ετσι, στις αρχές της περασμένης εβδομάδας τελεσιδίκησε μια απόφαση ασφαλιστικών μέτρων που μου έκαναν και αναγκαστικά πρέπει να αδειάσω τον χώρο» μας λέει.

«Εκτός από μένα, μένουν στον δρόμο και 180 υπάλληλοί μου με τις οικογένειές τους, που έβγαζαν το ψωμί τους από αυτά τα μαγαζιά» συμπληρώνει συγκλονισμένος και ξεκαθαρίζει ότι δεν ήταν ενοικιαστής του χώρου, αλλά επενδυτής: «Εχω επενδύσει στον χώρο τουλάχιστον 10.000.000 ευρώ! Οταν τον πήρα, ήταν ένα μικρό μαγαζί και έβαλα όλα μου τα λεφτά και δημιούργησα δύο τεράστια μαγαζιά. Θα πρέπει να σας πω ότι στις 5 Σεπτεμβρίου του 1989 γκρέμισαν τον χώρο ως αυθαίρετο κι εγώ τον ξαναέφτιαξα με όλες τις άδειες. Κατά διαβολική σύμπτωση, 28 χρόνια μετά, δηλαδή στις 5 Σεπτεμβρίου του 2017, μου πήραν το μαγαζί. Τι να πω… Η αλήθεια είναι πως από το 2011, που η οικονομική κρίση στη χώρα μας πήρε την ανηφόρα, τα μαγαζιά μου έκαναν κοιλιά, δεν πήγαιναν καλά, με αποτέλεσμα να μην μπορώ να πληρώσω το δυσβάσταχτο ενοίκιο των 450.000 ευρώ τον χρόνο» αναφέρει και προσθέτει: «Επρεπε πρώτα από όλα να πληρώνω το προσωπικό μου, τόσες οικογένειες είχα να θρέψω».

Η θρυλική Νεράιδα πρωτολειτούργησε το 1936 ως ψαροταβέρνα. Το 1963 ο χώρος πέρασε στα χέρια της παλιάς τραγουδίστριας και επιχειρηματία Παμέλας, η οποία τον μετέτρεψε σε ένα από τα πιο κοσμικά νυχτερινά κέντρα της παραλιακής. Το μαγαζί γνώρισε τις πρώτες μεγάλες δόξες του στη δεκαετία του ’70, φιλοξενώντας στην πίστα του τη Βίκυ Μοσχολιού με τον Γιώργο Κατσαρό, αλλά και τον Γιάννη Πουλόπουλο, τη Λίτσα Διαμάντη, τον Δημήτρη Μητροπάνο, τη Ρίτα Σακελλαρίου, τον Γιώργο Γερολυμάτο και τον Γιάννη Πάριο, ο οποίος στη συνέχεια τραγούδησε στον χώρο άλλες δύο φορές με τη Μαρινέλλα, αφήνοντας εποχή.

Η Νεράιδα, στην εποχή της Παμέλας, ήταν ένα από τα αγαπημένα στέκια του Αριστοτέλη Ωνάση, ο οποίος έσπαγε αμέτρητα πιάτα κάθε φορά, παρά την απαγόρευση που είχε θέσει η χούντα. Για το κλίμα που επικρατούσε τότε στο ιστορικό πλέον μαγαζί έχει μιλήσει στην «Espresso» η Ελένη Ροδά, η οποία τραγουδούσε εκεί.

Οι μεγάλες στιγμές σε Διογένη και Αθηνών Αρένα δεν υπάρχουν πια

Ένα χειμωνιάτικο απόγευμα στα τέλη της δεκαετίας του ’60, ένας πιτσιρικάς 12 ετών, που δουλεύει λούστρος στις γειτονιές του Πειραιά, καθαρίζει τα παπούτσια του επιχειρηματία Σπύρου Παπαθεοχάρη, τον οποίο έχει μόνιμο πελάτη. Ο τελευταίος είναι ο ιδιοκτήτης του ξενοδοχείου «Διογένης». Στο υπόγειό του στεγάζεται το ομώνυμο νυχτερινό κέντρο στο οποίο τραγουδάει ο Γιάννης Ντουνιάς.

Ο πιτσιρικάς με το σπινθηροβόλο βλέμμα που έχει μεράκι με το τραγούδι είναι ένα προσφυγόπουλο από την Τασκένδη, λέγεται Λευτέρης Πανταζής και, όπως δουλεύει, απευθύνεται στον Παπαθεοχάρη και του λέει: «Μπάρμπα-Σπύρο, μια μέρα θα γίνω φίρμα και θα τραγουδάω στον “Διογένη”. Άμα δεν σ’ το γεμίζω, δεν θα με πληρώνεις».

Ο επιχειρηματίας δεν δίνει σημασία στα λεγόμενα του μικρού, χωρίς να φαντάζεται ότι θα τον συναντήσει 20 χρόνια μετά ως ένα από τα πρώτα ονόματα της νύχτας που πουλάνε τρελά.

Είναι αρχές φθινοπώρου του 1986 και ο ΛΕ-ΠΑ σαρώνει δισκογραφικά, όταν δέχεται το τηλεφώνημα του ξενοδόχου από τον Πειραιά. Όταν πηγαίνει στο γραφείο του, γνωρίζει και τον γιο του, Γιάννη Παπαθεοχάρη. Ο πατέρας τον ρωτάει αν θυμάται την κουβέντα που είχαν κάνει πριν από 20 και πλέον χρόνια, πιάνει το χέρι του Λευτέρη και του γιου του, τα ενώνει και λέει: «Μαζί θα πορευτείτε».

Αυτή η συμπόρευση θα διαρκέσει εφτά ολόκληρα χρόνια, όπως έχει δηλώσει ο Πανταζής σε συνέντευξή του, με νύχτες όπου έκανε δύο και τρία προγράμματα. Είναι η εποχή που τα λουλούδια πέφτουν βροχή, τα μαγαζιά δουλεύουν έξι ημέρες την εβδομάδα και ο Γιάννης Παπαθεοχάρης αρχίζει να χτίζει μια αυτοκρατορία που κράτησε τρεις δεκαετίες.

Παραμένει ακόμη και σήμερα ένας άνθρωπος που δεν λέει πολλά, δεν έδωσε ποτέ συνεντεύξεις και αισθανόταν μάλλον άβολα όταν χρειαζόταν να δώσει το «παρών» για να παρουσιάσει ένα δυνατό σχήμα ή μια μουσική παράσταση με τη Μαρινέλλα. Γι’ αυτό και όταν το έκανε, έπαιζε στα χέρια του ένα κομπολόι, το οποίο είχε πάντα μαζί του αυτός ο διορατικός επιχειρηματίας που άλλαξε την αισθητική της νυχτερινής διασκέδασης.

Ο Γιάννης Παπαθεοχάρης έχει μια άλλη οπτική για τη νύχτα όταν εμφανίζεται ως το νέο αίμα σε έναν χώρο που δεν συγχωρεί λάθη και το «Διογένης» στη Λεωφόρο Συγγρού είναι ένα κέντρο που διαφέρει από τα άλλα. Πολύ γρήγορα ξεχωρίζει για την εξυπηρέτηση των πελατών που δεν στριμώχνονται ο ένας δίπλα στον άλλο, ενώ την ίδια στιγμή ο Γιάννης Παπαθεοχάρης βλέπει μακριά. Αντιλαμβανόμενος τη δυναμική του Πανταζή, που πουλάει καθημερινά 10.000 δίσκους και κασέτες, αγοράζει το διπλανό οικόπεδο και αρχίζει να στήνει το «Διογένης Palace». Είναι κάθε μέρα στο εργοτάξιο, και θέλει όλα να είναι έτοιμα τα Χριστούγεννα του 1989, κάτι που μόνο εύκολο δεν είναι. Την παραμονή μέχρι και ο Λευτέρης Πανταζής καρφώνει διάφορα πράγματα στο μαγαζί μαζί με τους μάστορες!

Ο κόσμος υφίσταται ένα σοκ με το νέο μαγαζί: ο Παπαθεοχάρης έχει φροντίσει να υπάρχει μέχρι και πισίνα επί σκηνής, κάτι που δεν έχει ξαναγίνει ποτέ σε νυχτερινό κέντρο της Αθήνας. Επίσης, δημιουργείται παγοπίστα, οι σκηνές ανεβοκατεβαίνουν όταν αλλάζει το πρόγραμμα και μια άλλη καινοτομία είναι ότι υπάρχουν δυο αίθουσες σε ένα κέντρο διασκέδασης. Αυτή στον πάνω χώρο έχει χωρητικότητα 1.000 ατόμων, ενώ η κάτω μπορεί να φιλοξενεί 1.400 πελάτες, κάτι που σημαίνει πολλούς χορούς και ανάλογες εισπράξεις.

Οι χοροί σωματείων, κομμάτων και οργανώσεων είναι στο φόρτε τους εκείνα τα χρόνια και πολλές φορές οι καλλιτέχνες κάνουν τρία προγράμματα σε ένα βράδυ για να τους προλάβουν όλους.

Ο μέσος Έλληνας νιώθει βασιλιάς στο «Διογένης studio», στο «Διογένης Palace και στο «Apollon Palace», τα ονόματα των οποίων είναι αυτά που έχουν τα παιδιά του Γιάννη Παπαθεοχάρη. Ο ήχος και ο φωτισμός είναι ό,τι πιο άρτιο υπάρχει. Το πρώτο ηχηρό σχήμα περιλαμβάνει τον Λευτέρη Πανταζή και την Άννα Βίσση, που πραγματοποιούν ένα τρομερό sold out μέχρι το καλοκαίρι του ’89.

Εχοντας παρακολουθήσει διάσημα σόου στο εξωτερικό, ο Παπαθεοχάρης φέρνει ξένα μπαλέτα για το σόου του «Διογένης Palace», ένα κέντρο από το οποίο θα παρελάσουν τα μεγαλύτερα ονόματα του ελληνικού πενταγράμμου, ενώ τα σόου του χαρακτηρίζονται μυθικά. Θα παρελάσουν και πολλοί «μικροί» τότε -έτσι χαρακτηρίζονται τα νέα παιδιά που ανοίγουν το πρόγραμμα- ανάμεσα στους οποίους είναι και ο Αντώνης Ρέμος.

Ο Παπαθεοχάρης τον ξεχωρίζει αμέσως. Θα τον πάρει υπό την προστασία του αφού το ένστικτό του τού λέει λέει ότι ο νεαρός που κατέβηκε από τη Θεσσαλονίκη είναι το next big thing στο τραγούδι. Μαζί θα μεγαλουργήσουν δημιουργώντας concept που γράφουν τη δική τους ιστορία στην αθηναϊκή νύχτα, όπως τα λουλούδια να είναι μόνο λευκές γαρδένιες, και όχι γαρίφαλα, ώστε να μη λερώνονται τα φορέματα των κυριών.

Το μότο του επιχειρηματία ήταν «Εμείς είμαστε Εθνική Ελλάδας και τα έχουμε καλά με όλους. Διασκέδαση πουλάμε» και το τήρησε όσα χρόνια δούλεψε τη νύχτα, με γνώμονα πάντα τη δική του αισθητική. Αναμφίβολα, λένε όλοι, ήταν ο άνθρωπος που πήγε τον όρο «μπουζούκια» σε άλλο επίπεδο με τα μαγαζιά του και τις παραγωγές που έστησε.

Το «Αθηνών Αρένα» στην Πειραιώς ήταν το κορυφαίο δημιούργημα του Παπαθεοχάρη και μέχρι πρότινος το καλύτερο νυχτερινό κέντρο της Αθήνας, με αισθητική χώρων του εξωτερικού, αλλά και αυτό που τον έβαλε σε δανειακές περιπέτειες. Όπου και να ήταν το τραπέζι σου στο «Arena» έβλεπες πίστα, ενώ ήταν το πρώτο νυχτερινό κέντρο που διέθετε σουίτες, δώδεκα στον αριθμό, για όσους ήθελαν να ακούσουν πιο private το πρόγραμμα.

Ο επιχειρηματίας που άλλαξε την mentalité της πίστας μπορεί κάλλιστα να υπερηφανεύεται ότι από τα δικά του κέντρα παρέλασε η Εθνική Ελλάδος του τραγουδιού. Ο Δημήτρης Μητροπάνος, ο Γιάννης Πάριος, ο Τόλης Βοσκόπουλος, ο Γιάννης Πουλόπουλος, ο Γιώργος Νταλάρας, ο Πασχάλης Τερζής, η Μαρινέλλα, η Άννα Βίσση, η Δέσποινα Βανδή, ο Σάκης Ρουβάς, η Άντζελα Δημητρίου και η Καίτη Γαρμπή είναι μόνο κάποια από τα ονόματα που αποθεώθηκαν εκεί.

Άνθρωπος που δεν άφηνε τίποτε να πέσει κάτω, ο Γιάννης Παπαθεοχάρης σπάνια ξεκουραζόταν εκείνα τα χρόνια που τα μαγαζιά του δούλευαν έξι ή ακόμη και εφτά μέρες την εβδομάδα.

Υπήρξε χρονιά που ο «Διογένης» με τον Πανταζή πρώτο όνομα έκανε έντεκα μήνες σεζόν χωρίς διακοπή, με εξαήμερα, κάτι που έφερε άπαντες στα όρια της εξάντλησης. Είναι η στιγμή που ο Παπαθεοχάρης παίρνει τον Λευτέρη και ένα φίλο του τραπεζίτη και πετάνε για τη Μάλαγα στην Ισπανία, προκειμένου να ξεκουραστούν και κυρίως -οι δύο πρώτοι- να κοιμηθούν. Οι διακοπές του επιχειρηματία και του τραγουδιστή περιλαμβάνουν ατέλειωτες ώρες ύπνου, αφού τον είχαν στερηθεί πολύ αμφότεροι, και χαλάρωσης μπροστά σε μια πισίνα.

Άνθρωποι που ξέρουν τον Γιάννη Παπαθεοχάρη πολύ καλά, γνωρίζουν και την εμμονή που είχε με τη δουλειά του και ειδικά όταν έστηνε ένα νέο πρόγραμμα να παρακολουθεί ανελλιπώς την πρόβα τζενεράλε.

Είναι η γενική πρόβα που λαμβάνει χώρα μια μέρα πριν από τα εγκαίνια του μαγαζιού, όπου οι καλλιτέχνες παρουσιάζουν όλο το πρόγραμμά τους, ώστε να εντοπιστούν λάθη ή παραλείψεις. Σε μια τέτοια βραδιά πριν από λίγα χρόνια ο Παπαθεοχάρης, αφού άκουσε το σχήμα στο οποίο κορυφαία ονόματα ήταν πρωτοκλασάτος ερμηνευτής και πολύ διάσημη αοιδός, μίλησε μαζί τους. Το θέμα του ήταν στο πρόγραμμα της τραγουδίστριας, που χρειαζόταν κατά τη γνώμη του «κόψιμο» για να μη φύγει ο κόσμος, όπως της είπε. Όταν εκείνη του τόνισε ότι δεν προλάβαινε να το κάνει σε μια μέρα, εισέπραξε την αναμενόμενη απάντηση: «Δεν ανοίγουμε αύριο. Κάνε ό,τι πρέπει να κάνεις και θα ανοίξουμε την ερχόμενη εβδομάδα». Όπερ και εγένετο.

Οι ιστορίες από τα όσα έχουν γίνει στα μαγαζιά του θα μπορούσαν να γεμίσουν βιβλίο και κάποιες είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστικές, όπως αυτή με την Κωνσταντίνα στο «Διογένης Palace».

Η ερμηνεύτρια έκανε την είσοδό της στην πίστα πάνω σε ένα άλογο κάθε βράδυ, το οποίο μετά το κατέβαζαν στο υπόγειο του μαγαζιού, όπου υπήρχε φαγητό, νερό και ο κατάλληλος χώρος για να κοιμηθεί. Το μόνο που δεν είχαν υπολογίσει οι υπεύθυνοι ήταν η έλλειψη του φωτός, αφού το ζώο δεν είχε δει το φως της μέρας για μήνες, με αποτέλεσμα ένα βράδυ να αφηνιάσει.

Ευτυχώς κατάφεραν να το ηρεμήσουν και έκτοτε έβλεπε καθημερινά ήλιο ώστε να είναι ήρεμο για την βραδινή του εμφάνιση στο μαγαζί.

Ένα άλλο μαγαζί που βίωσε μεγάλες στιγμές, αφού ο Αντώνης Ρέμος έγινε ο πιο δημοφιλής Έλληνας ερμηνευτής της γενιάς του, ήταν το «Διογένης Studio», όπου στα πρώτα τραπέζια του -όπως και στο «Αθηνών Αρένα»- συνωστιζόταν η ελίτ του επιχειρείν, της ναυτιλίας και της κοσμικής Αθήνας σχεδόν κάθε βράδυ.

Δεκέμβριο του 2014 γίνεται το opening του Ρέμου στο μαγαζί της Λεωφόρου Συγγρού, έχοντας στο πλευρό του τη Μελίνα Ασλανίδου και τον Γιάννη Ζουγανέλη. Το πρόγραμμα κυλάει κανονικά, ο κόσμος περνάει καλά και όλα κυλούν ιδανικά μέχρι τη στιγμή που ο ερμηνευτής αρχίζει να τραγουδάει το «Έσπασε η νύχτα». Μόλις μπαίνει στο ρεφρέν, ένα από τα πρώτα τραπέζια εκτοξεύεται από θαμώνα πάνω στην πίστα και σκάει μαζί με μπουκάλια, μαχαιροπίρουνα, ποτήρια, φρούτα και ξηρούς καρπούς δίπλα στον τραγουδιστή. Ο θαμώνας είναι ο Νάσος Θανόπουλος, τότε στέλεχος της Morgan Stanley στην Ελλάδα και κουμπάρος του Νικόλαου Γλίξμπουργκ, ο οποίος στο τσακίρ κέφι αποφάσισε να πετάξει το τραπέζι στην πίστα.

Ο Ρέμος ρωτάει «ποιο παλιόπαιδο το έκανε αυτό;» και όταν αναγνωρίζει τον Νάσο Θανόπουλο που επιβεβαιώνει με ένα νεύμα ότι αυτός είναι ο δράστης, του λέει μπροστά σε όλους: «Επειδή σε σέβομαι, να ξέρεις, δεν σου λέω κακία, αλλιώς θα σου είχα πει μεγάλη. Μην το ξανακάνεις και άμα δεν το αντέχεις μην το πίνεις».

Ο φραπές στον Λέντζο

«Καθόμουνα στου Λέντζου και έπινα καφέ/ Και βλέπω έναν τύπο μαζί με σένανε/ Και σκύβω το κεφάλι να μη με δεις εσύ/ Θολώνει το μυαλό μου και σκίζεται η γη/ …/ Τριγύρω κουβεντιάζανε για τα πολιτικά/ Και πώς ο Μαύρος σούταρε δοκάρι την μπαλιά/ Κι εγώ ο μαύρος τώρα δα βλέπω πως μια στιγμή/ Να σβήσει η ζωή μου ήτανε αρκετή/ Τ’ Αγίου Βαλεντίνου, αχ πίκρα και καημέ/ Καθόμουνα στου Λέντζου και έπινα καφέ» έγραφε πριν από πολλά χρόνια ο Μανώλης Ρασούλης, αποτυπώνοντας την ιστορία του θρυλικού καφενείου της πλατείας Παγκρατίου στον αριθμό 3. Ξεκινώντας ως ζαχαροπλαστείο πολυτελείας το 1964, κατάφερε να γίνει διάσημο για τον καλύτερο φραπέ της πόλης. Το 2013 έβαλε λουκέτο μετά από 49 χρόνια ιστορίας εξαιτίας της οικονομικής κρίσης.

Ο φραπές στον Λέντζο

Ένα μαγαζί… Φαντασία

Η Φαντασία των περασμένων δεκαετιών καμία σχέση δεν έχει με τη σημερινή «Fantasia» (το πρώην «Show Center») στο Ελληνικό. Η Φαντασία του 1950 και έπειτα βρισκόταν στη Λεωφόρο Ποσειδώνος στις αρχές του Αγίου Κοσμά, από την κάτω μεριά της παραλιακής, δίπλα στη θάλασσα.

Το κέντρο άνοιξαν οι αδελφοί του τραγουδιστή Μιχάλη Μενιδιάτη, μαζί με τον ίδιο. Η φήμη του Μενιδιάτη όταν ξεκίνησε την καριέρα του εξαπλώθηκε πολύ γρήγορα και κάπως έτσι η οικογένεια Καλογράνη, όπως ήταν το πραγματικό της επώνυμο, αποφάσισε να ανοίξει το δικό της κέντρο.

Εκεί ήταν και το μέρος όπου σπάστηκαν τα πρώτα πιάτα, μία ενέργεια που έμελλε να γίνει σύμβολο και συνώνυμο της νυχτερινής διασκέδασης. Με τα πιάτα τότε να είναι 100% αληθινά. Πολύ αργότερα, για την ασφάλεια όλων, αντικαταστάθηκαν με τα γνωστά γύψινα «μπουζοκόπιατα».

Η Φαντασία στα ιστορικά μαγαζιά της Αθήνας

Από τη Φαντασία πέρασε εκλεκτή πελατεία. Αξιοσημείωτη ήταν φυσικά και η επίσκεψη του Στρατάρχη Τίτο, του πρώτου προέδρου της Γιουγκοσλαβίας, μαζί με τον Κωνσταντίνο Καραμανλή κατά το 1974. Λοιποί θαμώνες του ήταν ο Αριστοτέλης Ωνάσης, ο Τέλυ Σαβάλας και πολλοί άλλοι.

Το κέντρο λειτούργησε μέχρι το 1997. Την άνοιξη του 2010, ο τότε πρωθυπουργός Γιώργος Παπανδρέου με το όνειρο μίας «ελεύθερης» παραλιακής χωρίς νυχτερινά κέντρα που εμποδίζουν την πρόσβαση στις παραλίες, αποφάσισε να ξεκινήσει καταδαφίσεις. Μοναδικό θύμα του ήταν η «Φαντασία».

Τα Δειλινά της ζωής μας

Πήρε το όνομα του από το ομώνυμο τραγούδι της Βίκυς Μοσχολιού σε μουσική του Γιώργου Ζαμπέτα, ένα κομμάτι σταθμός για την τραγουδίστρια και την ελληνική δισκογραφία.

Τα πρώτα «Δειλινά» βρίσκονταν στα Πατήσια, κοντά στην Πλατεία Κολιάτσου, επί των οδών Κέας και Ταϋγέτου. Το χειμώνα του 1966, η Μοσχολιού μετά από 2,5 χρόνια εμφανίσεων στο πλευρό του Ζαμπέτα αποφασίζει να ακολουθήσει τη δική της ξεχωριστή πορεία. Αποχωρεί από τα «Ξημερώματα» στα οποία εμφανίζονταν τότε μαζί και στις 5 Νοεμβρίου του ίδιου έτους ξεκινά στα «Δειλινά» έχοντας μαζί της το μεγάλο σταρ του ελληνικού κινηματογράφου Νίκο Ξανθόπουλο.

Τα Δειλινά στα ιστορικά μαγαζιά της Αθήνας

Στις αρχές του ΄70 τα Δειλινά μεταφέρθηκαν στη Γλυφάδα, όπου γνώρισαν νέες μεγάλες δόξες με το Στράτο Διονυσίου. Σήμερα βρίσκονται στην Ιερά Οδό ως «Νέα Δειλινά», ενώ το ιστορικό κέντρο «Παλιά Δειλινά» έκλεισε.

Οι φοιτητές στο Τηνιακό και το Floral

Ποια φοιτητική παρέα δεν κάθισε στα πασίγνωστα τραπέζια του Τηνιακού στη λεωφόρο Αλεξάνδρας 50; Το «φτηνιακό», όπως το έλεγαν μεταξύ τους οι φοιτητές, ήταν γνωστό για την ξεχωριστή ποικιλία του, τους γευστικούς κεφτέδες και τις ατελείωτες πολιτικές συζητήσεις. Έρωτες, χαρές και απογοητεύσεις μέσα σε 80 χρόνια ιστορίας, είτε στην ψηλοτάβανη αίθουσα είτε στις δυσεύρετες καρέκλες του πεζοδρομίου. Σύμφωνα με τους ιδιοκτήτες του, ο επίσημος λόγος για το κλείσιμο ήταν η συνταξιοδότηση των ιδιοκτητών κι έτσι τον Δεκέμβρη του 2016 το παραδοσιακό ουζερί έκλεισε. Κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού άνοιξε και πάλι μετά από κάποιες εκκρεμότητες, υπό νέα όμως διεύθυνση.

Το Τηνιακό στα ιστορικά μαγαζιά της Αθήνας

Το Floral, περίφημο καφέ-μπαρ της πλατείας Εξαρχείων στο ισόγειο της γνωστής Μπλε Πολυκατοικίας από τον Ιούνιο του 2016 αποτελεί παρελθόν. Ύστερα από 83 χρόνια παρουσίας έκλεισε τον κύκλο του, που περιλάμβανε συζητήσεις, παρουσιάσεις, συναυλίες, σεμινάρια και προβολές ταινιών, με τους ιδιοκτήτες να ανακοινώνουν ότι οι δύο λόγοι για τους οποίους έκλεισε το στέκι ήταν το αυξημένο ενοίκιο και η επικινδυνότητα της περιοχής.

Το ιστορικό Νέον

Το ιστορικό καφέ-ζαχαροπλαστείο Νέον στην πλατεία Ομονοίας, στη γωνία με τον πεζόδρομο της Δώρου, με τον υπέροχο εσωτερικό διάκοσμο και τη χαρακτηριστική επίπλωση, ιδρύθηκε από τους Περικλή Γκόσιο και Γιάννη Δούκα το 1920. Στην αρχή ονομαζόταν «Νέον Βυζάντιον», αλλά μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή καθιερώθηκε ως Νέον, ώστε να αποφεύγεται κάθε συνειρμός με την εθνική καταστροφή. Παρά τις συνεχείς αλλαγές της πλατείας, το καφέ που αποτελούσε λίκνο των λογοτεχνών και έγινε πίνακας από τον Γιάννη Τσαρούχη παρέμεινε εκεί για πολλές δεκαετίες και το 2001 πέρασε στην ιδιοκτησία της επιχείρησης «Γρηγόρης Μικρογεύματα». Τελικά, το 2013 άνοιξε ξανά τις πόρτες του ως «Φούρνος Βενέτη» και στο καφέ του πρώτου ορόφου έχουν διατηρηθεί τα κύρια χαρακτηριστικά του παλιού καφενείου.

Τα γλέντια στο Mon Repo

Οι λάτρεις του λαικού τραγουδιού, οι θαμώνες των νυκτερινών μαγαζιών, οι ρέκτες της διασκέδασης θυμούνται ακόμη το θρυλικό μπουζουξίδικο Mon Repo στη λεωφόρο Μαραθώνος στον Γέρακα…

Αρχικά τις δεκατίες 80′ και 90′ στο ρεύμα προς Αθήνα εκεί που τώρα βρίσκεται αλυσίδα ηλεκτρονικών ειδών και από το 2003 απέναντι στο ρεύμα προς Ραφήνα και Μαραθώνα στο ύψος του βενζινάδικου παραπλεύρως της ταυρόσουπας «ο Φώτης» και του μπαρ ξενυχτάδικο fadom.

Το Mon Repo λοιπόν ήταν σημείο αναφοράς όχι μόνο για τους γλεντζέδες των Μεσογείων (φυσικά οι περισσότεροι θαμώνες του κέντρου ήταν από την περιοχή), αλλά και όλης της Αττικής. Ακόμη και από τα βόρεια προάστια υπήρχαν πελάτες, της υψηλής κοινωνίας που γούσταραν να ακούσουν γνήσιο λαικό τραγούδι σε ορίτζιναλ ατμόσφαιρα «σκυλάδικου».

Όλα τα μεγάλα ονόματα του λαικού πάλκου πέρασαν από το Mon Repo. Ο «πατριάρχης» Γιώργος Καμπουρίδης, ο Λευτέρης Μυτιληναίος, οι αείμνηστοι Γιάννης Πηνιώτης και Κώστας Καφάσης, ο Χρήστος Διαμαντόπουλος, ο Ηλίας Κλωναρίδης, ο Λάκης Αλεξάνδρου, ο Γιάννης Κόλλιας από τα είδωλα της νύχτας. Από τις κυρίες του μικροφώνου Μαρία Ρούσου, Βάνα Καμπά και άλλα λαμπερά ονόματα.

Το Mon Repo στον Γέρακα

Κουμάντο έκανε όπως συμβαίνει στη νύχτα ο αρχιμέτρ, ο οποίος γνώριζε με το μικρό τους όνομα τους πελάτες και δεν άφηνε κανέναν δυσαρεστημένο για το τραπέζι. Τα ποτά καθαρά και το σέρβις από τα γκαρσόνια άψογο ακόμη και τις πρώτες πρωινές ώρες για την «τρίτη σκοπιά» δηλαδή τους πελάτες που κατέληγαν ξημερώματα από άλλα μαγαζιά για «μια τελευταία γύρα».

Σπανιότατα αναφέρθηκαν τσαμπουκάδες και τσακωμοί, εκτός από τις μικροπαρεξηγήσεις της νύχτας όπου το αλκοόλ έρεε άφθονο και στο «τσακίρ κέφι» έλεγες και μια κουβέντα παραπάνω.

Χαρακτηριστικό είναι ότι το Mon Repo ήταν από τα λίγα μαγαζιά της Αττικής όπου μπορούσες να πας με τη γυναίκα ή το κορίτσι σου να διασκεδάσεις χωρίς πρόβλημα ή ακόμη και κάποια γυναικοπαρέα να πάει… να τα πιεί. Το «πρωτόκολλο» δεν επέτρεπε απρέπειες και αγένειες. Τα… παιδιά στην είσοδο θα «καθάριζαν» πριν γίνει «σαματάς».

Ήταν μια 25ετία νυκτερινής «δράσης» και κεφιού, ώσπου το 2010 το Mon Repo έβαλε ξαφνικά «λουκέτο» χωρίς να μάθει κανείς το γιατί. Όπως και νάχει το Mon Repo έγραψε ανεξίτηλη ιστορία διασκέδασης στην ανατολική Αττική αλλά και σε όλο το λεκανοπέδιο.

0 ΣΧΟΛΙΑ

Προσθήκη Σχόλιου