Μισθοί και συντάξεις… Βουλγαρίας: Η τεράστια διαφορά μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού τομέα

Αποκαλυπτικά στοιχεία για το συνταξιοδοτικό χάσμα μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, καθώς και για το φαινόμενο των φτωχών συνταξιούχων, παρουσιάζει η πολυσέλιδη μελέτη του Αλέξη Μητρόπουλου, καθηγητή ΕΚΠΑ και προέδρου της ΕΝΥΠΕΚΚ, και της διδάκτορος-δικηγόρου Αγγελικής Μητροπούλου.
Σύμφωνα με τα δεδομένα που παρατίθενται, οι νέοι συνταξιούχοι του ιδιωτικού τομέα λαμβάνουν πλέον λιγότερο από τα 2/3 της σύνταξης που λαμβάνουν οι συνομήλικοί τους στον δημόσιο τομέα. Ειδικότερα, κατά το ενιάμηνο του 2024, οι νέες συντάξεις του ιδιωτικού τομέα ήταν κατά 37,17% χαμηλότερες σε σύγκριση με εκείνες του δημοσίου.
Διαβάστε επίσης: Συντάξεις: Πότε έρχονται οι υπόλοιπες πληρωμές για τον Φεβρουάριο 2025 – Η αύξηση στις επικουρικές
Το συνταξιοδοτικό χάσμα διευρύνεται διαρκώς: το 2023 οι νέες συντάξεις του ιδιωτικού τομέα ήταν κατά μέσο όρο 36,41% χαμηλότερες από τις αντίστοιχες του δημοσίου, ενώ το 2022 η διαφορά ήταν 29,44%. Παράλληλα, η ανησυχητική διαπίστωση ότι οκτώ στους δέκα χαμηλοσυνταξιούχους προέρχονται από τον ιδιωτικό τομέα αναδεικνύει το έντονο κοινωνικό πρόβλημα.
Η πρόβλεψη για το 2028 είναι ακόμη πιο δυσοίωνη: ο μέσος όρος των νέων κύριων συντάξεων αναμένεται να διαμορφωθεί στα 700-800 ευρώ, ποσό που θα υπολείπεται του κατώτατου μισθού και δεν θα επαρκεί για την εξασφάλιση ενός αξιοπρεπούς επιπέδου διαβίωσης.
Η πραγματικότητα των νέων… φτωχοποιημένων συντάξεων
Η ΕΝΥΠΕΚΚ έχει επανειλημμένα υποστηρίξει ότι η κατάρρευση των μισθών του ιδιωτικού τομέα την περίοδο των μνημονίων και στη συνέχεια την περίοδο της υγειονομικής κρίσης είχαν άμεσα αρνητική επίπτωση στο ύψος των νέων συντάξεων, ιδίως από το 2019 και μετά.
Μάλιστα κάνει λόγο για «ρήτρα βουλγαροποίησης» στους μισθούς, όπως αποκαλεί τις ρυθμίσεις του δεύτερου μνημονίου (Ν4046/2102) που στόχευαν ρητά στη «μείωση του μοναδιαίου κόστους εργασίας κατά 15%», ώστε να συγκλίνει η Ελλάδα με τους μισθούς των χωρών του πρώην ανατολικού μπλοκ, στο όνομα της «αποκατάστασης της ανταγωνιστικότητας».
Σύμφωνα με τα τελευταία επίσημα στοιχεία του Υπουργείου Εργασίας (Πληροφοριακό Σύστημα «ΗΛΙΟΣ» της ΗΔΙΚΑ ΑΕ), τον Σεπτέμβριο 2024, ο μέσος όρος δαπάνης σύνταξης για τους συνταξιούχους του ιδιωτικού τομέα ανήλθε σε 741,69 ευρώ. Για τους συνταξιούχους του Δημοσίου ο μέσος όρος δαπάνης ανήλθε σε 1.134,37 € (διαφορά 392,68 € ή 34,60%).
«Η μεγάλη διαφορά ανάμεσα στις συντάξεις των δύο κύριων φορέων ασφάλισης της χώρας 34,6%, προκαλεί ανησυχία, πλην του ότι αποδεικνύει την ύπαρξη συνταξιούχων ‘δύο ταχυτήτων’ υπογραμμίζουν οι ερευνητές.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΗΔΙΚΑ/ΗΛΙΟΣ για τον Σεπτέμβριο του 2024, το 57,1% των συνταξιούχων λαμβάνει μεικτές συντάξεις έως 1.000 ευρώ μεικτά (949 καθαρά). Το 38,2% έως 700 μεικτά (658 καθαρά) και το 19,7% έως 500 μεικτά (470 καθαρά).
Η μέση κύρια σύνταξη είναι 823,08 ευρώ μεικτά ή 773,69 ευρώ καθαρά, η χαμηλότερη μεταξύ των χωρών της ΟΝΕ, σύμφωνα με την έρευνα. Η μέση επικουρική σύνταξη ανέρχεται σε 196,7 ευρώ μεικτά (185 ευρώ καθαρά) και το μέσο μέρισμα στα 102,57 ευρώ μεικτά (105,43 ευρώ καθαρά).
Η έρευνα εξετάζει τους παράγοντες που, κατά την άποψή της, οδήγησαν στην κατάρρευση των νέων συντάξεων, με αποτέλεσμα τη φτωχοποίηση χιλιάδων συνταξιούχων του ιδιωτικού τομέα.
Κεντρικό αίτιο αναδεικνύεται η αποκαλούμενη «ρήτρα Βουλγαρίας», δηλαδή οι ρυθμίσεις του δεύτερου μνημονίου που επέβαλαν τη σύγκλιση του κατώτατου μισθού με εκείνον χωρών με «συγκρίσιμες» οικονομίες (όπως αυτές της Κεντρικής και Νοτιοανατολικής Ευρώπης και της Πορτογαλίας).
Από αυτές τις ρυθμίσεις προέκυψαν τα μνημονιακά μέτρα που ακολούθησαν, όπως η μείωση του κατώτατου μισθού, η θέσπιση του «υποκατώτατου» μισθού για νέους κάτω των 25 ετών – μία κίνηση με έντονα ηλικιακά ρατσιστικά χαρακτηριστικά – η κατάργηση διαφόρων επιδομάτων και το πάγωμα των τριετιών μέχρι η ανεργία να πέσει κάτω από το 10%.
Στα μέτρα αυτά προστέθηκαν οι ρυθμίσεις του νόμου Κατρούγκαλου (4387/2016) και του νόμου Βρούτση (4670/2020), με πιο καθοριστική αλλαγή τον νέο τρόπο υπολογισμού των συντάξεων που εισήγαγαν οι συγκεκριμένοι νόμοι.
Ο λόγος που οι επόμενοι συνταξιούχοι… δε θα δουν συντάξεις
Όπως υποστηρίζει η έρευνα των Αλέξη και Αγγελικής Μητρόπουλου, ακόμα και η νομοθετική παρέμβαση του 2023 για επαναφορά των τριετιών από το 2024 δεν καλύπτει τις απώλειες της περιόδου 2012-2023, με αποτέλεσμα να διαγράφεται προϋπηρεσία που επηρεάζει τα εισοδήματα και τις συντάξεις.
Στην καθίζηση των μισθών, που παρασύρει προς τα κάτω και τις συντάξιμες αποδοχές άρα και τις συντάξεις, συνέβαλε επίσης, σύμφωνα με τους ερευνητές το «πάγωμα» των οικογενειακών επιδομάτων στον ιδιωτικό τομέα, αλλά και η «μη τιμαριθμοποίηση των μισθών».
Ενδεικτικά, όπως αναφέρει και ο ΟΟΣΑ, το 2022, ο μέσος ονομαστικός μεικτός μισθός αυξήθηκε κατά 1,5% αλλά ο μέσος πραγματικός μισθός μειώθηκε κατά 7,4% λόγω πληθωρισμού 9,7%.
Η επέκταση των μορφών ελαστικής εργασίας, που συνδυάζονται με «μαύρη», ανασφάλιστη και υποδηλωμένη εργασία, έχει επίσης αρνητικό αντίκτυπο στις ασφαλιστικές εισφορές και στο μέλλον των συντάξεων. Η έρευνα παραθέτει στοιχεία από τον ΕΦΚΑ (Αύγουστος 2023), με βάση τα οποία σχεδόν η μία στις τέσσερις θέσεις εργασίας στον ιδιωτικό τομέα (23,3%) ήταν μερικής απασχόλησης, με 444,33 ευρώ καθαρά.
Η χαριστική βολή για τους νέους και μελλοντικούς συνταξιούχους είναι η ρήτρα υπολογισμού της ανταποδοτικής σύνταξης με βάση τις αποδοχές του συνόλου του εργασιακού βίου, από το 2002 ως το έτος υποβολής της συνταξιοδότησης. Έτσι καταργείται ο θεσμός του του «μισθού αναφοράς» τού τελευταίου μήνα ή χρόνου ή της καλύτερης πενταετίας, που ευνοούσε τον ασφαλισμένο.
«Με αυτό το νεοφιλελεύθερο και ετεροχρονισμένο τέχνασμα, οι συντάξεις μειώνονται δραστικά αφού, στα κύρια ευρωπαϊκά συστήματα μισθοδοσίας και ασφάλισης, οι καταληκτικοί μισθοί είναι πάντα οι πιο ώριμοι, οι πιο υψηλοί κι επομένως αποδίδουν μεγαλύτερη σύνταξη», καταλήγει η έρευνα.






0 ΣΧΟΛΙΑ