ΑΡΧΙΚΗ MEDIA

“Βρέθηκα στη ΦΥΛΑΚΗ χωρίς να φταίω”!! – Η ΛΑΘΟΣ στιγμή που ΑΛΛΑΞΕ τη ζωή της Μαρίνας….

“Βρέθηκα στη ΦΥΛΑΚΗ χωρίς να φταίω”!! – Η ΛΑΘΟΣ στιγμή που ΑΛΛΑΞΕ τη ζωή της Μαρίνας….
Athensmagazine Ορίστε μας ως προτεινόμενη πηγή ειδήσεων στο Google

Με τον τότε φίλο μου γνωριστήκαμε αρχές του 2004 σε ένα rave party. Ήξερα ότι κάπνιζε πού και πού κανένα «τσιγάρο». Αυτό που δεν ήξερα ήταν ότι τη μέρα που μας συνέλαβε η αστυνομία είχε στην τσάντα του 1.500 τριπάκια LSD. Και έτσι, από τη στιγμή που βρισκόμασταν στον ίδιο χώρο –και ειδικά επειδή αυτός ο χώρος ήταν το σπίτι μου και το συμβόλαιο υπογεγραμμένο στο όνομά μου–, οι κατηγορίες ασκήθηκαν και στους δυο μας.

 

Τόσο εκείνος όσο κι ένας φίλος του που ήταν μαζί μας (ο βασικός υπαίτιος για τη σύλληψη) επέμειναν από την πρώτη στιγμή πως εγώ δεν ήξερα τίποτα. Η αδιαφορία και η ανωριμότητά του μου στοίχισαν τρία χρόνια από τη ζωή μου και ατέλειωτους εφιάλτες, αλλά τουλάχιστον εκείνες τις στιγμές έκανε ό,τι μπορούσε για να μη με αφήσει ξεκρέμαστη. Όποια κι αν ήταν η στάση του, βέβαια, δεν άλλαζε αυτό που μου είχε συμβεί.

Behind bars

 

Όσα συνέβησαν από τη στιγμή της σύλληψης και μετά είναι ένα έργο που έκτοτε το έχω παίξει στο μυαλό μου άπειρες φορές. Το ξαναζώ και μέσα από τα ημερολόγια που κράτησα τους δεκαεπτάμισι μήνες που έμεινα προφυλακισμένη μέχρι τη δίκη μου.

 

Με θυμάμαι σωματικά και ψυχικά κουρέλι, μετά από δέκα μέρες παραμονής στο 4ο Αστυνομικό Τμήμα Ομόνοιας, να κάθομαι έξω από το θάλαμο 14 της Β πτέρυγας με ένα στρώμα στο παγκάκι δίπλα μου και ένα σεντόνι γύρω μου. Δεν είχα απολύτως τίποτα και κανέναν εκείνες τις ώρες. Οι τότε φίλοι μου, από τον τρόμο τους, είχαν όλοι εξαφανιστεί. Ο μοναδικός άνθρωπος που μπορούσε να καταλάβει τι περνούσα ήταν στις απέναντι, αντρικές πτέρυγες, στην ίδια κατάσταση μ’ εμένα, και οι πολυαγαπημένοι μου γονείς στο σπίτι μας στην Κύπρο, σε πλήρη άγνοια.

 

Το χειρότερο με τη φυλακή είναι ότι από τη στιγμή που θα βρεθείς εκεί μέσα, για οποιοδήποτε λόγο –φόνο, ναρκωτικά, απάτη, πειρατικά CD–, σε πετάνε μέσα σε ένα άρρωστο κίτρινο κτίριο μαζί με ένα μπουλούκι και σε καταδικάζουν σε μια τεράστια, ατελείωτη καθημερινότητα απόλυτης αδράνειας. Στη διάρκειά της, κάποιες φορές προσπαθείς να επιβιώσεις παλεύοντας με τους γύρω σου και άλλες, τις περισσότερες, με τον εαυτό σου.

 

A friend in need

 

Από την άλλη, είναι αλήθεια πως στα χρόνια αυτά του αλλεπάλληλου θανάτου μου γνώρισα μερικούς από τους πιο σημαντικούς ανθρώπους της μέχρι τώρα ζωής μου. Τους πιο αληθινούς.

 

Όταν δεν σε ορίζουν πια τα υπάρχοντά σου, η κοινωνική σου θέση και η οικονομική σου κατάσταση, εκτίθεσαι στα μάτια του άλλου γυμνός. Και το μόνο που έχεις να προσφέρεις είναι η ουσία που κρύβει η ψυχή σου. Και ήταν πολλές οι γυναίκες εκεί μέσα που ξεχείλιζαν από ουσία. Με στήριξαν, με βοήθησαν, με δίδαξαν, με ξύπνησαν. Έμειναν μαζί μου όταν ακόμα κι εγώ δεν ήμουν πια μαζί μου.

 

Η πρώτη που μου συμπαραστάθηκε ήταν ένα κορίτσι περίπου στην ίδια ηλικία μ’ εμένα, γύρω στα δεκαοκτώ. Ήρθε και κάθισε δίπλα μου στο παγκάκι την πρώτη μέρα, έξω από το θάλαμο 14. Μου έδωσε ρούχα, μου βρήκε κρεβάτι, μου βρήκε προστάτιδα, μέχρι να με δεχτούν οι παλιές, και μου εξήγησε τους κανόνες. Μέχρι τη μέρα που αποφυλακίστηκε, η μία πρόσεχε και προστάτευε την άλλη από συγκρατούμενες, φύλακες και φαντάσματα.

 

Αυτό το ξωτικό, όπως την είχα ονομάσει, με βοήθησε να μην αφεθώ και αρχίσω τα χάπια, που κρατούσαν σε αποχαύνωση τόσες γυναίκες εκεί. Κι εγώ τη βοήθησα να συνεχίσει το διάβασμά της, για να τελειώσει το σχολείο. Ήρθαν κι άλλες μετά, με τις οποίες γίναμε φίλες, αλλά τις πρώτες τις κρατάς πάντα μέσα στην καρδιά σου.

 

Family drama

 

Όταν οι γονείς μου έμαθαν τι είχε συμβεί από τις αστυνομικές αρχές της Κύπρου, ήρθαν τρέχοντας στην Αθήνα. Με όλη αυτή την ιστορία σχεδόν καταστράφηκαν οικονομικά· αλλά το σημαντικότερο όλων, όπως μου έλεγε ο μπαμπάς μου (που πέρασε δύο Πρωτοχρονιές στην Αθήνα μόνος του, για να μπορέσει να μου κάνει ένα εικοσάλεπτο επισκεπτήριο), ήταν να βγω από κει.

 

Δυστυχώς ύστερα από δεκαεπτάμισι μήνες προφυλάκιση, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με έκρινε ένοχη για συγκατοχή και με καταδίκασε σε κάθειρξη πέντε χρόνων. Ίσως κάποιος να φαντάζεται ότι έχασα τη γη κάτω από τα πόδια μου όταν άκουσα την απόφαση. Εγώ όμως δεν στεκόμουν πια πουθενά για να πέσω.

 

Η Μαρίνα με τα πορτοκάλια

 

Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ήταν μια αχνή ελπίδα για το μέλλον. Η πραγματικότητα όμως ήταν η ζωή μου στη φυλακή, πολύ πιο περίεργη από εκείνη της μέσης συνομήλικής μου. Όταν πέθαναν δύο κοπέλες στα κελιά τους και δεν τις ανακάλυψαν παρά το επόμενο πρωί, ξέσπασαν ταραχές, άλλαξε η Διεύθυνση, χωρίστηκαν οι πτέρυγες σε υπόδικους, βαρυποινίτες και τοξικομανείς κι εμείς μεταφερθήκαμε στην πτέρυγα Α, στο δεύτερο όροφο. Μοιραστήκαμε τρεις κοπέλες ένα κελί 7 τ.μ., αλλά τουλάχιστον δεν ήμασταν πια είκοσι πέντε σε ένα θάλαμο 35 τ.μ.

 

Ήμουν για όλες πια εκεί η Μαρίνα με τα πορτοκάλια, ίσως λόγω του ιδιόρρυθμου χρώματος των μαλλιών μου, ίσως γιατί κράτησα την πορτοκαλί μου διάθεση. Οι μέρες περνούσαν κι εμείς μαθαίναμε να γεμίζουμε τις νεκρές ώρες χώνοντας το κεφάλι μας ανάμεσα από τα επτά κάγκελα του παραθύρου μας, για να έχουμε τη θέα της Αθήνας και τον ορίζοντα ολόκληρο, όχι τεμαχισμένο.

 

Παράλληλα, οι ώρες γέμιζαν με καινούριες λέξεις και βιβλία, αφού εκεί –σε ένα άλλο γύρισμα της τύχης– γνώρισα την «καπετάνιο» μας, που με έμαθε να πιστεύω ξανά στον εαυτό μου και από οργισμένη έφηβη να γίνω σκεπτόμενη ενήλικας, και έναν ακόμη υπέροχο άνθρωπο, που έγινε η δασκάλα μου. Μαζί τους κατάφερα να κερδίσω το δικαίωμα να συνεχίσω τις σπουδές μου ακόμα και έγκλειστη.

 

The help

 

Η δασκάλα μας, που ήταν η βιβλιοθηκάριος, μεταξύ άλλων συνέτασσε όλες τις αιτήσεις των αναλφάβητων γυναικών προς την εισαγγελία, βοηθούσε με τις απολογίες, έντυνε –κυριολεκτικά– με ρούχα και κουράγιο όσες είχαν δικαστήριο την επομένη. Μπορεί να μη φαίνεται σπουδαίο, αλλά είναι πολύ μεγάλη υπόθεση και θέλει ακατάπαυστη προσπάθεια μέσα στα δεκαπέντε εκείνα λεπτά που έχεις για να απολογηθείς να κάνεις τους πέντε κριτές να σε κοιτάξουν, να σε ακούσουν. Να γίνεις άνθρωπος με φωνή και όχι λέξεις πάνω σε χαρτί κατηγορητηρίου. Πρέπει να έχεις προετοιμάσει ακριβώς τι θα πεις και πώς.

 

Η τελική ευθεία ήταν και η πιο δύσκολη τελικά. Γιατί ενώ στην αρχή, για να επιβιώσεις, χρειάζεται να αφεθείς και να επιτρέψεις στη φυλακή να μπει μέσα σου, στην πορεία –αν θέλεις να βγεις ποτέ από κει μέσα– πρέπει να τη φτύσεις ξανά. Να αποστασιοποιηθείς από όλα και όλους εκεί. Μετά από άλλους πέντε μήνες εγκλεισμού και ύστερα από πολλή προσπάθεια με άφησαν τελικά ελεύθερη μέσω διακοπής της ποινής μου, για να μπορέσω να ολοκληρώσω τις σπουδές μου – με περιοριστικούς όρους, φυσικά, και εγγύηση.

 

Almost there

 

Η διακοπή ήταν για ένα χρόνο κι εγώ, από τα πρώτα λεπτά που βρέθηκα εκτός φυλακής μέχρι να πάω στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το μόνο που ένιωθα ήταν ανικανότητα να νιώσω. Δεν ήμουν πια στη φυλακή, αλλά δεν ήμουν και ελεύθερη, γιατί θα ξαναγυρνούσα. Ήμουν ελεύθερη φυλακισμένη. Αλλά αν υπήρχε ένα πράγμα που είχα μάθει ήδη από όλη την εμπειρία, ήταν να συνεχίζω, όποια κι αν ήταν τα δεδομένα.

 

Σχεδόν ένα χρόνο μετά, τα δεδομένα ήταν για πρώτη φορά υπέρ μου: Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με έκρινε ομόφωνα αθώα. Μπορούσα να μαζέψω τα κομμάτια μου και να πάω όπου ήθελα. Αλλά δεν ήξερα από πού να αρχίσω να μαζεύω και, κυρίως, προς τα πού να διοχετεύσω την οργή και το παράπονό μου, για να μην αφεθώ και κάνω κάτι αυτοκαταστροφικό.

 

Η ζωή που δεν έζησα

 

Δυστυχώς, όλο αυτό σημάδεψε ανεξίτηλα τόσο εμένα όσο και την οικογένειά μου. Από τότε φροντίζω να κρατάω μακριά τους οτιδήποτε άλλο θα μπορούσε να τους πληγώσει στο παραμικρό. Όσο για τους φίλους μου, δεν τους κράτησα κακία για τη στάση τους. Ούτε εγώ ξέρω τι θα έκανα στη θέση τους. Ο καθένας τράβηξε το δρόμο του και όταν συναντηθήκαμε ξανά μετά από χρόνια, χρόνια με τόσο διαφορετική διάρκεια για τον καθένα μας, όλα είχαν πλέον αλλάξει. Ανταλλάξαμε εμπειρίες και φιλιά και συνεχίσαμε τη ζωή μας.

 

Ο φίλος μου έμεινε μέσα πέντε  χρόνια. Τον είδα ξανά αφότου αποφυλακίστηκε, το 2009. Δεν τον κατηγόρησα ευθέως, αλλά μέσα μου δεν τον συγχώρεσα ποτέ. Αυτό το συμβάν ήταν κλοτσιά στον καθρέφτη της ψυχής μου, που τον έκανε χίλια κομμάτια και από τότε αντανακλά τα πάντα ατελή ή παραμορφωμένα. Όπως και να ’χει, μαθαίνω ότι τώρα είναι κάπου στο εξωτερικό, είναι καλά και παλεύει με τους δαίμονές του. Όπως κι εγώ.

 

Τρία χρόνια μετά και από τη δευτεροβάθμια εκδίκαση και την αθώωσή μου έχω φύγει πια από την Αθήνα, αν και στην πορεία συμφιλιώθηκα μαζί της· γιατί ναι μεν με πλήγωσε, αλλά μου χάρισε νέες, πολύτιμες φιλίες, για να αντισταθμίσει αυτές τις αναμνήσεις. Αναμνήσεις από μια ζωή που έζησα αλλά στο τέλος μού είπαν πως τελικά δεν υπήρχε κανένας λόγος να τη ζήσω, οπότε το όνομά μου διαγράφηκε από τα πρακτικά. Κι έτσι, μου ξέμειναν τρία ολόκληρα χρόνια ανύπαρκτα. Τραγικά ειρωνικό, έτσι;

 

The drugs don’t work

 

Βάσει της σχετικής νομοθεσίας στην Ελλάδα και δεδομένου ότι ποτέ δεν μπορείς να ξέρεις ακριβώς τι κουβαλάει ο καθένας στην τσάντα του, όσα διαβάζεις σε αυτή την αληθινή ιστορία θεωρητικά μπορεί να συμβούν ανά πάσα στιγμή στον καθένα. Είναι, λοιπόν, προφανές ότι όλοι οφείλουμε να ξέρουμε και να αποδεχόμαστε τις συνέπειες που μπορεί να προκύψουν από τη συναναστροφή με τους ανθρώπους που επιλέγουμε και από τα μέρη όπου κινούμαστε.

 

 

It’s a rule

 

18 μήνες είναι η ανώτατη διάρκεια προσωρινής κράτησης. Αν δεν οριστεί δίκη μέχρι τότε, ο φυλακισμένος αποφυλακίζεται άμεσα.

0 ΣΧΟΛΙΑ

Προσθήκη Σχόλιου